Η ευρωπαϊκή βιομηχανία φωτοβολταϊκών υστερεί σημαντικά των στόχων της Συμφωνίας για την Καθαρή Βιομηχανία
Eπείγουσα και συντονισμένη πολιτική δράση για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αλυσίδας εφοδιασμού ηλιακής ενέργειας απαιτείται από την ΕΕ, σύμφωνα με έκθεση του Παρατηρητηρίου Τεχνολογιών Καθαρής Ενέργειας (CETO).
Όπως σημειώνει η έκθεση, η βιομηχανική βάση της ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολία να ανταγωνιστεί τις φθηνές κινεζικές τεχνολογίες που εισάγονται από το μπλοκ, με αποτέλεσμα την πτώχευση επιχειρήσεων και τον κίνδυνο απώλειας της τεχνολογικής κυριαρχίας.
Ειδικότερα, η ΕΕ διαθέτει παραγωγική δυναμικότητα 25 GW σε πολυπυρίτιο, 12 GW σε πάνελ, 2 GW σε κυψέλες, ενώ δεν διαθέτει καθόλου ικανότητα παραγωγής ράβδων πυριτίου.
Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του Net Zero Industry Act, σύμφωνα με τον οποίο έως το 2030, το 40% της ετήσιας ανάπτυξης φωτοβολταϊκών στην ΕΕ θα πρέπει να πραγματοποιείται με εξοπλισμό που κατασκευάζεται σε εγχώριο επίπεδο, το μπλοκ θα χρειαστεί παραγωγική ικανότητα 76 GW, σε κάθε μια από τις παραπάνω κατηγορίες υλικών.
Σημειώνεται ότι, οι μόνοι τομείς στους οποίους η ΕΕ υπερβαίνει επί του παρόντος τον στόχο είναι οι inverters οι ιχνηλάτες, με δυναμικότητες 142 GW και 121 GW, αντίστοιχα, χάρη στην προηγμένη τεχνολογία, την καινοτομία και την ισχυρή βιομηχανική ικανότητα.
Η Συμφωνία για την Καθαρή Βιομηχανία προβλέπει επίσης ότι η ΕΕ θα πρέπει να αποκτήσει μερίδιο μεγαλύτερο του 15% στην παγκόσμια παραγωγή εξαρτημάτων φωτοβολταϊκών έως το 2040.
Η δημιουργία μιας ανθεκτικής αλυσίδας εφοδιασμού σε σχέση με τη βάση παραγωγής φωτοβολταϊκών της ΕΕ είναι «υψίστης σημασίας», σημειώνει το CETO, τονίζοντας ότι το πολιτικό ενδιαφέρον και η προώθηση της επέκτασης της παραγωγής «θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο».
«Οι σταθερές και αξιόπιστες πολιτικές και κανονιστικές συνθήκες είναι σημαντικοί παράγοντες για την προσέλκυση επενδυτών», τονίζει ακόμα η έκθεση και προσθέτει: «Είναι επιτακτική ανάγκη τα κράτη μέλη της ΕΕ να αντιδράσουν επιτέλους γρήγορα και να δεσμευτούν να υποστηρίξουν πραγματικά την παραγωγή φωτοβολταϊκών στην ΕΕ, εφαρμόζοντας σταθερές πολιτικές».