Η Ενεργειακή Ένωση και οι εφαρμογές της στην ελληνική αγορά
Στις 25 Φεβρουαρίου 2015, ανακοινώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το στρατηγικό πλαίσιο για τη δημιουργία μιας Ενεργειακής Ένωσης. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, μια σειρά από δράσεις εκ μέρους τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και των κρατών μελών, επιδίωξαν να κάνουν αυτό το εγχείρημα πραγματικότητα.
Οι λόγοι πίσω από την επιλογή αυτή της «Κυβέρνησης Γιούνκερ» ποικίλοι. Η κρίση της Κριμαίας, οι βλέψεις της Ρωσίας για κατασκευή του αγωγού Southstream (έργο που τελικά ανεστάλη από τη Ρωσική κυβέρνηση), η εξάρτηση της ΕΕ από έναν μόνο προμηθευτή φυσικού αερίου και το γεγονός πως εκείνη εισάγει πάνω από το 50% της ενέργειας που καταναλώνει, οι ανεπαρκείς διασυνδέσεις ηλεκτρισμού μεταξύ των κρατών μελών, η προσπάθεια ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής των πολυετών ενεργειακών συμβάσεων που συνάπτουν τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες είναι μόνο κάποιοι από τους λόγους που ώθησαν τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής Μάριο Σέφκοβιτς και τον Επίτροπο Ενέργειας Άριας Κανιέτε να ταξιδεύουν από χώρα σε χώρα προκειμένου να δημιουργήσουν και να επιβλέψουν τη δημιουργία μιας πραγματικής Ενεργειακής Ένωσης.
Πέντε είναι οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους βασίζεται η στρατηγική αυτή.
Απεξάρτηση από τον άνθρακα. Η συμφωνία της COP21 του Παρισιού και παράλληλα ο στόχος της ΕΕ για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 και συμμετοχής των ΑΠΕ σε ποσοστό 20 % στην παραγωγή ενέργειας δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία με την δημιουργία του Αποθεματικού για τη σταθερότητα της αγοράς (ETS) στρέφεται προς τη δημιουργία μιας νέας οικονομίας χαμηλών ρύπων.
Ενεργειακή ασφάλεια. Η κρίση του 2009, όταν η Ρωσία σταματώντας την παροχή φυσικού αερίου στην Ουκρανία, ουσιαστικά απέκλεισε από το φυσικό αέριο όλα τα ευρωπαϊκά κράτη που λάμβαναν αέριο μέσω της Ουκρανίας αποτελεί το πάθημα της Ευρώπης που για να μετατραπεί σε μάθημα, επιδιώκει τον ύπαρξη πλουραλισμού στους παρόχους ενέργειας, τη δημιουργία νέων εναλλακτικών διαδρόμων και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Εσωτερική αγορά ενέργειας. Η προσπάθεια της ηλεκτρικής διασύνδεσης των Κρατών Μελών ώστε 10% τουλάχιστον της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν να μπορεί να μεταφέρεται σε γειτονικές χώρες και το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη να μπορεί εκείνος να επιλέγει τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν τα θεμέλια της ύπαρξης μιας εύρυθμης εσωτερικής αγοράς ενέργειας.
Ενεργειακή αποδοτικότητα. Στα πλαίσια του στόχου της ΕΕ για βελτίωση κατά τουλάχιστον 27% την ενεργειακής απόδοσης το 2030, η Επιτροπή παρουσιάζει μια σειρά από νομοθετικές πρωτοβουλίες (στρατηγική της ΕΕ για θέρμανση και ψύξη, μείωση εκπομπών ρύπων στον τομέα των μεταφορών, ενεργειακή απόδοση κτιρίων)
Έρευνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα. Η δημιουργία έξυπνων ενεργειακών κόμβων, καθαρών μεταφορών, μιας νέας γενιάς ΑΠΕ και γενικότερα η προσπάθεια να αποτελέσει η Ένωση τον οδηγό στη δημιουργία ενός νέου οικονομικού μοντέλου χαμηλών ρύπων αποτελούν τα κίνητρα σε αυτόν τον άξονα.
Πως μπορεί όμως να ωφεληθεί η ελληνική αγορά ενέργειας από τα παραπάνω;
Στο τρέχον έτος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε συνεργασία με τα Κράτη Μέλη , θα παρουσιάσει τους μηχανισμούς στήριξης της ενεργειακής απόδοσης για έργα μικρότερης κλίμακας. Οι συγκεκριμένες ενέργειες θα βελτιώσουν την πρόσβαση σε κεφάλαια και μηχανισμούς τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, και θα βοηθήσουν τα Κράτη Μέλη, ειδικότερα όσα έχουν θέσει φιλόδοξους στόχους και βρίσκονται σε οικονομικά δυσχερή θέση, όπως η Ελλάδα. Επιπροσθέτως, η ΕΕ στα πλαίσια της Ενεργειακής Ένωσης έχει χαράξει τις κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων , προτάσσοντας τα πλεονεκτήματα της μείωσης της ενεργειακής υπερκατανάλωσης και της αξιοποίησης των νέων και φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών, όπως πχ των έξυπνων μετρητών και των χρήσεων ΑΠΕ σε κατοικίες ( αυτόνομοι ηλεκτροπαραγωγοί). Η ελληνική κυβέρνηση από την μεριά της, οφείλει, να επενδύσει σε πολιτικές εξοικονόμησης κατ 'οίκον, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στον καταναλωτή και στο οικιακό τιμολόγιο.
Στον τομέα του ηλεκτρισμού, η ελληνική αγορά καλείται να διευθετήσει το μελλοντικό πλαίσιο που θα δημιουργηθεί με την ΔΕΗ και τον ΑΔΜΗΕ, υλοποιώντας ταυτόχρονα την διασύνδεση μεταξύ νησιώτικης και ηπειρωτικής Ελλάδας. Προς, την συγκεκριμένη κατεύθυνση πιέζει και η Ενεργειακή Ένωση, που αν και βρίσκεται σε στάδιο διαβουλεύσεων, επιθυμεί την διασύνδεση μεταξύ των Κρατών Μελών, έχοντας ως βασικό στόχο την μείωση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της μείωσης του κόστους παραγωγής και μεταφοράς. Ακολούθως, η ανάγκη μείωσης των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος, απαιτούν την αύξηση του ανταγωνισμού, μέσω της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αύξησης του ποσοστού των αυτόνομων ηλεκτροπαραγωγών.
Η Ελλάδα, όμως εκτός από το γενικό πλαίσιο της ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να παρουσιάσει εξειδικευμένες προτάσεις, μέσω της θεσμοθέτησης ενός νέου ανταγωνιστικού και μακρόπνοου νομοθετικού πλαισίου, και τονίζοντας τα κλιματικά της πλεονεκτήματα. Στόχος είναι η προώθηση των επενδύσεων στις ΑΠΕ και στην πράσινη ενέργεια, αξιοποιώντας την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπου η ΕΕ επιδεικνύει ισχυρή βούληση για μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών ρύπων, προστασίας του περιβάλλοντος και κλιματικής προσαρμογής. Η Ελλάδα εκτός από τον ορυκτό πλούτο της, πρέπει να προχωρήσει σε μελετημένες επενδύσεις για τις ΑΠΕ, όπως το οικιακό Φ/Β, τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, την παραγωγή ενέργειας από την διαχείριση απορριμμάτων, αξιοποιώντας το σύνολο των Ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Προσπαθώντας να μειώσει την ενεργειακή εξάρτηση από τρίτες χώρες, η Ενεργειακή Ένωση, προσβλέπει σε πρώτο στάδιο στην αξιοποίηση των αγωγών φυσικών αερίων και στην ενίσχυση της διασύνδεσης μεταξύ των Κρατών Μελών. Στον συγκεκριμένο τομέα, η ελληνική αγορά μπορεί να προκρίνεται ως ενεργειακός κόμβος, λόγω γεωγραφικής θέσης, αλλά και των εν εξελίξει επενδύσεων, όπως των δύο αγωγών ΤΑP και του IGB που μπορούν να δώσουν πνοή στην ελληνική οικονομία μέσω της δημιουργίας θέσεων εργασίας αλλά και καθιστώντας την Ελλάδα σημαντικό κόμβο στο ενεργειακό σταυροδρόμι. Σημαντική προσοχή θα δοθεί όμως και στις επενδύσεις στον τομέα του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η ελληνική αγορά ενέργειας, βασιζόμενη στα πλεονεκτήματα της γεωστρατηγικής της θέσης έχει την δυνατότητα να αποτελέσει κόμβο αποθήκευσης και επεξεργασίας υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η πρόοδος των επενδύσεων των πλωτών σταθμών σε Καβάλα και Αλεξανδρούπολη, στέλνει ήδη θετικά μηνύματα στην αγορά ενέργειας δημιουργώντας ένα νέο φάσμα επενδύσεων για την ελληνική οικονομία.
Συμπερασματικά ένας από του πρωταρχικούς στόχους της ενεργειακής ενοποίησης πρέπει να είναι η αποδοχή της από το καταναλωτικό κοινό, παρουσιάζοντας τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα και το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του κάθε σταδίου της μέχρι την τελική της πραγμάτωση. Επομένως, όλες οι παραπάνω πολιτικές στον τομέα της Ενεργειακής Ένωσης, θα πρέπει να εστιάζουν στο τρίπτυχο, ενεργειακή αποδοτικότητα, ασφάλεια και κόστος. Η συγκεκριμένη στρατηγική οφείλει να εστιάζει στη βελτίωση της αποδοτικότητας των τεχνολογιών και των υποδομών παράγωγης ενέργειας, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη μείωση των τιμών ενέργειας, μετακυλώντας το κέρδος στους καταναλωτές και λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής.
(Γιώργος Κεφαλίδης & Δημήτρης Κορδώνης, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέλη του Greek Energy Foprum. Οι απόψεις που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές και δεν αντικατοπτρίζουν τις απόψεις ολόκληρου του Forum και των εταιριών που απασχολούν τους συγγραφείς)