Η αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων και πολιτικών είναι το κλειδί για τη βελτίωση της λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος
του Μίλτου Ασλάνογλου

Η αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων και πολιτικών είναι το κλειδί για τη βελτίωση της λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος

20 12 2024 | 16:44

Λίγες ημέρες προ της έλευσης του 2025, έχει ήδη ξεκάθαρα διαμορφωθεί η εικόνα των μεγάλων προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει ο ενεργειακός τομέας σε Ευρωπαϊκό και Εθνικό επίπεδο.

Η συνεχιζόμενη αναστάτωση στις ευρωπαϊκές αγορές, απόρροια των νέων συνθηκών που δημιούργησε η ενεργειακή κρίση της περιόδου 2021-2023, η αμηχανία προ της εκτιμώμενης αλλαγής της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτείων, οι επιτακτικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει άμεσα η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εν μέσω έντονης αμφισβήτησης πολιτικών και σχεδιασμών, και ιδίως επί της εφαρμογής αυτών, διαμορφώνουν ένα ιδιαιτέρως πιεστικό περιβάλλον για τη λήψη αποφάσεων εφαρμογής και υλοποίησης δράσεων.

Προ των ευρωεκλογών του καλοκαιριού του 2024, η Επιτροπή ολοκλήρωσε ένα πραγματικά ογκώδες νομοθετικό έργο, που περιελάβανε την αναδιατύπωση (recast) του λεγόμενου χειμερινού πακέτου (Winter Package) του 2019, καθώς και το σύνολο των μέτρων και πολιτικών στο πλαίσιο του RePower Europe (2022) που υιοθετήθηκε εκτάκτως για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.

Σημειωτέον, υπάρχουν ακόμα κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας, που δεν έχουν ενσωματώσει σε λειτουργικό επίπεδο τις προβλέψεις του Χειμερινού Πακέτου στο εθνικό τους δίκαιο, και καλούνται τώρα να ενσωματώνουν σε βραχύ χρονικό ορίζοντα το νέο πακέτο, αναθεωρώντας νομοθετήματα τα οποία δεν έχουν ακόμα εφαρμοστεί και δεν έχουν φέρει μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ήδη από το λεξιλόγιο της ΕΕ έχουν διακριτικά αποσυρθεί λέξεις και εκφράσεις όπως «πράσινη ενέργεια», «ανταγωνισμός», «εσωτερική αγορά», και πλέον χρησιμοποιούνται οι έννοιες της δίκαιης και ευχερούς πρόσβασης σε ενεργειακά προϊόντα (just and affordable), της κλιματικής ουδετερότητας (neutrality), και της ανταγωνιστικότητα (competitiveness).

Με την αναδιαμόρφωση του προγράμματος Επιτροπής, οι εργασίες της θα επικεντρωθούν ιδίως:

  • στην αποτελεσματική εφαρμογή της (ογκώδους και ενίοτε αλληλεπικαλυπτόμενης) νομοθεσίας, που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της απλούστευσής της,

  • στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης, και

  • στη διαχείριση των προκλήσεων εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων για την ΕΕ ως οντότητας και όχι ως συνόλου εσωτερικώς ανταγωνιζόμενων μερών.

Η βασική πολιτική της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (European Green Deal) μετασχηματίζεται σε Συμφωνία Καθαρής Βιομηχανίας (Clean Industrial Deal), διατυπώνοντας εύγλωττα την αλλαγή προτεραιοτήτων της ΕΕ.

Βέβαια, είναι σαφές ότι οι βασικές πολιτικές που ήδη εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες (διείσδυση ΑΠΕ, ενοποίηση ενεργειακών αγορών με διευρυμένη συμμετοχή) συνεχίζουν να εφαρμόζονται και να διευρύνονται, δεν εγκαταλείπονται, αλλά η εφαρμογή τους αλλάζει περιεχόμενο και πλέον εξυπηρετεί σαφώς αναθεωρημένους σκοπούς.

Η Προέδρος της Επιτροπής δηλώνει ότι: «Θα κλιμακώσουμε και θα δώσουμε προτεραιότητα στις επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογίες καθαρής ενέργειας που περιλαμβάνουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, υποδομές δικτύου, αποθήκευση και υποδομές μεταφορών για CO2 υπό δέσμευση. Θα επενδύσουμε επίσης σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης, στην ψηφιοποίηση των ενεργειακών δικτύων και την ανάπτυξη ενός δικτύου υδρογόνου. Πέρα από αυτό, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμη και το μέγεθος της αγοράς μας για την εξασφάλιση πρώτων υλών και εξαρτημάτων.» 1

Η προσπάθεια αυτή της Επιτροπής θα γίνει εντός ενός περιβάλλοντος έντονης αμφισβήτησης των ευρωπαϊκών πολιτικών, θέτοντας μεγάλες προκλήσεις σε εθνικό επίπεδο για όλα τα κράτη μέλη, και προφανώς και τη χώρα μας, εφόσον πλέον τα κράτη μέλη καλούνται με εθνικά μέτρα και σχεδιασμούς να εφαρμόσουν σημαντικό μέρος των πολιτικών που προβλέπονται στο νέο πακέτο.

Η εκτίμηση ότι συντελείται αλλαγή πλεύσης στις πολιτικές της ΕΕ, δημιουργεί σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο την αίσθηση ότι «ό,τι έχει γίνει μέχρι σήμερα ήταν λάθος και πρέπει να αλλάξουμε ρότα». Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια είναι εάν πράγματι οι σχεδιασμοί και οι αποφάσεις του παρελθόντος ήταν λανθασμένοι ή εάν η εφαρμογή τους δεν ήταν αποτελεσματική, τόσο με ευθύνη των κρατών μελών, που σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζονται να υλοποιούν μέτρα και πολιτικές με απροθυμία, αναφέροντας ότι «εμείς δεν θέλουμε να το κάνουμε αλλά μας υποχρεώνει η ΕΕ», όσο και της ίδιας της Επιτροπής για υπέρμετρη παραγωγή νομοθετικού έργου αλλά χαλαρή παρακολούθηση εφαρμογής από τα κράτη-μέλη.

Άρα, η επίκληση της αλλαγής πλεύσης ως αποτυχίας, μας επιτρέπει να επιστρέψουμε σε πρακτικές του παρελθόντος; Η αδυναμία προσαρμογής στο νέο περιβάλλον οφείλεται στον πλημμελή σχεδιασμό αυτών που έρχονται ή στην προσπάθεια μας να διατηρήσουμε κεκτημένα του παρελθόντος που δεν συμβαδίζουν με τις νέες συνθήκες;

Τον τελευταίο καιρό έχει αμφισβητηθεί έντονα η εφαρμογή του ενιαίου μοντέλου οργάνωσης των ενεργειακών αγορών (target model), η λειτουργικότητα του οποίου μοιάζει να επηρεάζεται σημαντικά από το συνδυασμό της ρηχότητας της αγοράς, των τεχνικών περιορισμών που προέρχονται από τα συστήματα μεταφοράς και της χωρητικότητας των διασυνδέσεων μεταξύ των χωρών και τις ευκαιριακές συμπεριφορές των συμμετεχόντων.

Η τυχόν επίδραση που μπορεί να έχουν οι παραπάνω παράγοντες στη λειτουργία των αγορών και στη διαμόρφωση των τιμών ήταν εκ των προτέρων γνωστή, ήδη από την περίοδο του σχεδιασμού του μοντέλου, και για το λόγο αυτό αντίμετρα και μηχανισμοί έχουν αναπτυχθεί σε πολλές επιμέρους αγορές, όχι όμως σε όλες, για τον περιορισμό της αρνητικής επίδρασης.

Αντί λοιπόν να αναζητούμε βελτιώσεις του μοντέλου και να λαμβάνουμε μέτρα που θα μετριάζουν την επίδραση των ως άνω παραγόντων στη διαμόρφωση των τιμών και εν τέλει στην αξία των ενεργειακών προϊόντων, αμφισβητούμε πλήρως το μοντέλο της αγοράς και εφαρμόζουμε ασθμαίνοντας φορολογικού και επιδοματικού τύπου μέτρα που σκοπό έχουν την εκ των υστέρων, συγκυριακή «διόρθωση» των δυσμενών αποτελεσμάτων.

Σε ώριμες αγορές, ο κυρίως όγκος συναλλαγών βασίζεται σε διμερείς συμφωνίες κάθε είδους και ένα μικρό μόνο μέρος συναλλάσσεται στις βραχυχρόνιες αγορές (spot), επηρεάζοντας μερικώς έως και ελάχιστα τη διαμόρφωση του μέσου κόστους. Γιατί δεν εφαρμόζουμε ανάλογα μέτρα και στην χώρα μας και καταφεύγουμε σε φορολογικού τύπου ad hoc μέτρων, η επίδραση των οποίων στην καλή λειτουργία της αγοράς είναι μηδαμινή έως και αρνητική?

Είναι σαφές ότι η βασική προτεραιότητα της ΕΕ, που αφορά την αποτελεσματική υλοποίηση του θεσμικού πλαισίου, αποτελεί και τη βασική πρόκληση και για τον ενεργειακό τομέα σε εθνικό επίπεδο.

Η ενσωμάτωση των Οδηγιών και η εφαρμογή μέτρων και η υλοποίηση πολιτικών σε εθνικό επίπεδο πρέπει πλέον να συνοδεύεται, πέραν από τη θεσμοθετημένη Έκθεση Επιπτώσεων (Regulatory Impact Assessment - RIA) και από ένα ανάλογο Συνεκτικό Σχέδιο Εφαρμογής (Integrated Implementation Plan), σε συνδυασμό με το ΕΣΕΚ, όπου με σαφήνεια θα περιγράφονται τα προαπαιτούμενα και το χρονοδιάγραμμα ενεργειών των εμπλεκομένων φορέων ώστε να επιτυγχάνεται ο αποτελεσματικός συντονισμός ενεργειών, δράσεων και επενδύσεων, μεγιστοποιώντας το προσδοκώμενο αποτέλεσμα από τις πραγματικά γιγαντιαίες επενδύσεις νέων υποδομών που απαιτούνται. Με τον προγραμματισμό αυτόν θα ελαχιστοποιηθούν οι περιπτώσεις όπου μέτρα και πολιτικές που θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα της λειτουργίας της αγοράς, αποτυγχάνουν και αυτοακυρώνονται λόγω αδυναμίας αποτελεσματικής εφαρμογής τους.

Ο ρεαλιστικός και συνεκτικός σχεδιασμός και προγραμματισμός υλοποίησης μέτρων και πολιτικών θα είναι το μεγάλο στοίχημα των επόμενων ετών, και είναι κρίσιμη η θετική συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων, οι οποίοι οφείλουν να διαμορφώσουν μια κοινή αντίληψη για «το τι θέλουμε να κάνουμε και πως θα το κάνουμε.»

1 EUROPE’S CHOICE, POLITICAL GUIDELINES FOR THE NEXT EUROPEAN COMMISSION 2024−2029 Ursula von der Leyen European Commission President

Ο κ. Μίλτος Ασλάνογλου είναι Γενικός Διευθυντής του ΕΣΠΕΝ

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα που ετοιμάζει το energypress για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της νέας χρονιάς.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM