Χονδρική ρεύματος: Άνοδος κοντά στο 20% τον Μάρτιο – «φρένο» από τους παρόχους στα τιμολόγια Απριλίου
Σε ανοδική τροχιά επανέρχεται η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τη χονδρεμπορική τιμή να καταγράφει αισθητή ενίσχυση τον Μάρτιο σε σχέση με τον Φεβρουάριο, διαμορφώνοντας το πλαίσιο για αυξημένα κυμαινόμενα «πράσινα» τιμολόγια τον Απρίλιο. Παρά την πίεση στο κόστος, η τελική εικόνα στη λιανική δεν είναι γραμμική, καθώς οι προμηθευτές –και κυρίως οι μεγαλύτεροι– επιλέγουν να απορροφήσουν μέρος των ανατιμήσεων, επιχειρώντας να μετριάσουν τις επιβαρύνσεις για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Η μέση τιμή της αγοράς για τον Μάρτιο διαμορφώνεται μέχρι στιγμής στα 93,65 ευρώ/MWh, έναντι 78,35 ευρώ/MWh τον Φεβρουάριο, καταγράφοντας αύξηση 19,53%. Πρόκειται για μια μεταβολή που λειτουργεί ως βασικός «οδηγός» για τον καθορισμό των τιμών στα κυμαινόμενα τιμολόγια του επόμενου μήνα.
Ωστόσο, η άνοδος αυτή δεν μεταφέρεται αυτούσια στη λιανική. Οι προμηθευτές, στο πλαίσιο της εμπορικής τους πολιτικής, επιλέγουν να μην περάσουν πλήρως το αυξημένο κόστος στους τελικούς πελάτες. Παρότι η κατεύθυνση των τιμών είναι ανοδική, οι αυξήσεις που αναμένονται για τον Απρίλιο εκτιμάται ότι θα είναι ηπιότερες από τη μεταβολή της χονδρικής.
Την ίδια στιγμή, η πρόσφατη αποκλιμάκωση των τιμών –λόγω ευνοϊκών καιρικών συνθηκών και υψηλότερης παραγωγής από ΑΠΕ– δεν αρκεί για να αλλάξει τη συνολική εικόνα του μήνα. Η μέση τιμή παραμένει αυξημένη, αποτυπώνοντας τις πιέσεις που επικράτησαν στο μεγαλύτερο μέρος του Μαρτίου.
Το φυσικό αέριο οδηγεί την άνοδο
Κεντρικό ρόλο στην άνοδο της χονδρικής διαδραματίζει η έντονη αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου. Από τα περίπου 31 ευρώ/MWh στα τέλη Φεβρουαρίου, οι τιμές κινήθηκαν ανοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου, φτάνοντας ακόμη και τα 55–60 ευρώ/MWh.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις και μεταφέρεται, με χρονική υστέρηση περίπου ενός μήνα, στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής στην ελληνική αγορά μέσω του δείκτη TTF. Συνολικά, η αύξηση της τάξης του 50% στο φυσικό αέριο δημιουργεί σημαντικές πιέσεις κόστους, οι οποίες επηρεάζουν τη χονδρική και, σε δεύτερο χρόνο, τα τιμολόγια.
Μικτή εικόνα στην Ευρώπη
Στην Ευρώπη, οι τιμές εμφανίζουν διαφοροποιήσεις. Η Γερμανία κινείται στα 91,48 ευρώ/MWh, σε επίπεδα κοντά στην ελληνική αγορά, ενώ η Γαλλία διαμορφώνεται χαμηλότερα, στα 70,63 ευρώ/MWh. Στην Ιβηρική, οι τιμές παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές –περίπου 5,02 ευρώ/MWh– λόγω της αυξημένης συμμετοχής των ΑΠΕ.
Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η Βουλγαρία καταγράφει 84,79 ευρώ/MWh και η Ρουμανία 87,61 ευρώ/MWh, με την ελληνική αγορά να τοποθετείται πλέον σε μεσαία επίπεδα, μακριά από τις κορυφές των προηγούμενων ετών. Η ενίσχυση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, ιδιαίτερα την άνοιξη, λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός συγκράτησης των τιμών.
Επιλεκτική μετακύλιση από τους προμηθευτές
Οι εταιρείες προμήθειας εμφανίζονται συγκρατημένες ενόψει των ανακοινώσεων για τα τιμολόγια του Απριλίου. Όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, οι πάροχοι αναζητούν ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη κάλυψης του αυξημένου κόστους και στη διατήρηση ανταγωνιστικών προϊόντων.
Ιδιαίτερα οι μεγάλοι παίκτες φαίνεται να προχωρούν σε μερική απορρόφηση των αυξήσεων, αποφεύγοντας την πλήρη μετακύλιση στους καταναλωτές. Η στρατηγική αυτή συνδέεται τόσο με τον έντονο ανταγωνισμό όσο και με την ανάγκη περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία.
Παράλληλα, η εμπειρία των τελευταίων μηνών δείχνει ότι οι προμηθευτές αξιοποιούν ευέλικτα τα εμπορικά τους εργαλεία, προκειμένου να εξομαλύνουν τις διακυμάνσεις της αγοράς και να διατηρήσουν ελκυστικά τιμολόγια.
Αβεβαιότητα και επόμενη ημέρα
Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας, με τις διεθνείς εξελίξεις και τις τιμές των καυσίμων να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία των τιμών.
Τα τιμολόγια του Απριλίου θα αποτελέσουν κρίσιμο σημείο αναφοράς για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ κόστους και τιμών λιανικής. Από τη μία πλευρά, η άνοδος της χονδρικής δημιουργεί σαφείς πιέσεις για αυξήσεις. Από την άλλη, η επιλογή των παρόχων να απορροφήσουν μέρος των ανατιμήσεων λειτουργεί ως μηχανισμός εξομάλυνσης.
Το επόμενο διάστημα θα κρίνει εάν αυτή η ισορροπία μπορεί να διατηρηθεί, σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η μεταβλητότητα στις αγορές ενέργειας παραμένουν κυρίαρχοι παράγοντες.