Χιώνης: Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι ένας αντιδραστήρας – είναι στρατηγική ενός κράτους

Χιώνης: Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι ένας αντιδραστήρας – είναι στρατηγική ενός κράτους

Χιώνης: Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι ένας αντιδραστήρας – είναι στρατηγική ενός κράτους
07 04 2026 | 14:32

Την ανάγκη η Ελλάδα να ανοίξει, με τεκμηριωμένο και θεσμικό τρόπο, τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, χωρίς δογματισμούς αλλά με σαφή στρατηγική οπτική, ανέδειξε ο πυρηνικός μηχανικός και συνιδρυτής της Athlos Energy, Διονύσης Χιώνης, μιλώντας στο 7ο Power & Gas Forum που διοργανώνει το energypress.gr στις 6 και 7 Απριλίου στην Αθήνα.

Όπως υπογράμμισε, το βασικό ζητούμενο δεν είναι μια άμεση απόφαση κατασκευής, αλλά η ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο πλαίσιο της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής, με όρους ανάλυσης, σχεδιασμού και μακροπρόθεσμου ορίζοντα.

Από «ταμπού» σε μέρος της ενεργειακής εξίσωσης

Ο κ. Χιώνης στάθηκε ιδιαίτερα στη μεταστροφή που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα, με την πυρηνική ενέργεια να περνά από το περιθώριο στον δημόσιο διάλογο.

Όπως ανέφερε, «τους τελευταίους μήνες έχει μπει το κομμάτι της πυρηνικής ενέργειας στη συζήτηση», σημειώνοντας ότι μέχρι πρόσφατα η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε ΑΠΕ, αποθήκευση και αντλησιοταμίευση. «Πριν από ενάμιση χρόνο θα μας περνούσαν για τρελούς», σχολίασε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει ότι πλέον αναγνωρίζεται η ανάγκη να εξετάζονται όλες οι τεχνολογίες στο ενεργειακό μείγμα.

Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε ότι κάθε μορφή ενέργειας έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, με την πυρηνική ενέργεια να αποτελεί μια τεχνολογία που χρησιμοποιείται επί δεκαετίες σε πολλές χώρες, στηρίζοντας την ενεργειακή ασφάλεια και σταθερότητα των συστημάτων τους.

«Δεν είναι έργο, είναι εθνικό πρόγραμμα»

Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασής του ήταν η αποδόμηση της αντίληψης ότι η πυρηνική ενέργεια αφορά ένα μεμονωμένο έργο.

«Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι ένας αντιδραστήρας. Δεν είναι ότι βρίσκουμε ένα χωράφι και λέμε “εδώ θα φτιάξουμε έναν σταθμό”», σημείωσε, για να εξηγήσει ότι πρόκειται για ένα συνολικό πυρηνικό πρόγραμμα, δηλαδή για μια στρατηγική επιλογή κράτους.

Όπως ανέφερε, μια τέτοια επιλογή συνοδεύεται από ευρύτερες προεκτάσεις, που αφορούν τις γεωπολιτικές σχέσεις, τις συμμαχίες, αλλά και τη βιομηχανική ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτό, παρέπεμψε στο παράδειγμα της Τουρκίας, αλλά και σε ευρωπαϊκές χώρες που προχωρούν σε μεγάλης κλίμακας επενδύσεις.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Πολωνία, η οποία – όπως σημείωσε – υλοποιεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης και ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας, με τρεις μεγάλους αντιδραστήρες ισχύος περίπου 1,3 GW και παράλληλη ανάπτυξη μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs) σε πολλαπλές περιοχές.

Ορίζοντας 2050 και ρεαλισμός στα χρονοδιαγράμματα

Ο κ. Χιώνης δεν υποβάθμισε τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις που χαρακτηρίζουν διεθνώς τα πυρηνικά έργα, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μεγάλα και σύνθετα projects.

Αντίθετα, υιοθέτησε μια ρεαλιστική προσέγγιση, σημειώνοντας ότι ακόμη και αν η Ελλάδα ξεκινούσε σήμερα, το αποτέλεσμα θα ήταν ορατό σε βάθος δεκαετιών. «Αν ξεκινήσουμε σήμερα, δεν θα είμαστε στο 2040 αλλά στο 2050», ανέφερε, συνδέοντας το χρονοδιάγραμμα αυτό με τον στόχο της ενεργειακής μετάβασης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα από τα βασικά προβλήματα της σημερινής συζήτησης είναι ότι επιχειρεί να δώσει άμεσες απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν έναν χρονικό ορίζοντα δεκαετίας ή και περισσότερο.

Η θεσμική εκκίνηση και ο ρόλος του IAEA

Στο επίπεδο της πολιτικής, ο κ. Χιώνης χαρακτήρισε κομβική την απόφαση για σύσταση διυπουργικής επιτροπής, επισημαίνοντας ότι αποτελεί το πρώτο αναγκαίο βήμα για μια χώρα χωρίς προηγούμενη εμπειρία.

Όπως εξήγησε, η διεθνής πρακτική παρέχει σαφείς κατευθύνσεις, μέσω του «milestone approach» του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, το οποίο καθοδηγεί τα κράτη βήμα προς βήμα στην ανάπτυξη πυρηνικών προγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται σχεδιασμός από μηδενική βάση.

Οι εφαρμογές και η «άλλη πλευρά» της πυρηνικής ενέργειας

Σε μια συζήτηση που συχνά περιορίζεται στους κινδύνους και τα κόστη, ο κ. Χιώνης επιχείρησε να αναδείξει και τη λιγότερο προβεβλημένη διάσταση της πυρηνικής ενέργειας, φωτίζοντας το εύρος των εφαρμογών της πέρα από την κλασική ηλεκτροπαραγωγή.

Όπως σημείωσε, η αξιοποίησή της εκτείνεται σε τομείς όπως η αφαλάτωση, η στήριξη ενεργοβόρων υποδομών — όπως τα data centers — ενώ, σε πρώιμο ακόμη στάδιο, εξελίσσονται διεθνώς και συζητήσεις για εφαρμογές στη ναυτιλία.

Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα οφείλει να προσεγγίσει το ζήτημα συνολικά, εξετάζοντας τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές επιπτώσεις μιας τέτοιας επιλογής, χωρίς να περιορίζεται σε μονοδιάστατες προσεγγίσεις.

Ποσοτική αξιολόγηση αντί για ιδεολογική αντιπαράθεση

Με στόχο η συζήτηση να μετακινηθεί από το επίπεδο των εκτιμήσεων σε αυτό των μετρήσιμων δεδομένων, ο κ. Χιώνης ανέδειξε την ανάγκη τεκμηριωμένης αξιολόγησης της πυρηνικής ενέργειας για την ελληνική οικονομία, παρουσιάζοντας τις πρωτοβουλίες που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.

Στο πλαίσιο αυτό, η Athlos Energy προχωρά σε εξειδικευμένες αναλύσεις, οι οποίες αναμένεται να παρουσιαστούν το επόμενο διάστημα και θα αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, την επίδραση μιας πυρηνικής μονάδας στο ΑΕΠ, καθώς και στις άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας.

Όπως σημείωσε, το ζητούμενο δεν είναι να επιβεβαιωθεί εκ των προτέρων η σκοπιμότητα της πυρηνικής ενέργειας, αλλά να υπάρξει μια σαφής, ποσοτική απάντηση. Ακόμη και αν τα συμπεράσματα δείξουν ότι «δεν έχει νόημα για τη χώρα», αυτό θα πρέπει να προκύψει μέσα από ανάλυση και όχι από προκαταλήψεις.

Η «τρέλα» που έγινε συζήτηση

Κλείνοντας, ο κ. Χιώνης αναφέρθηκε και στη φιλοδοξία της Athlos Energy να συμβάλει στην ωρίμανση της συζήτησης, επισημαίνοντας ότι στόχος δεν είναι η άμεση υλοποίηση, αλλά η προετοιμασία.

Η ίδια η δημιουργία της εταιρείας, όπως είπε, βασίστηκε σε μια «υπερφιλόδοξη» στόχευση: να συμβάλει στην προετοιμασία για την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού αντιδραστήρα στην Ελλάδα, μια διαδικασία που ο ίδιος χαρακτήρισε «πραγματικό άθλο».

Με αυτή την προσέγγιση, η παρέμβασή του κινήθηκε πέρα από το δίπολο «υπέρ ή κατά», θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη η Ελλάδα να εξετάσει με σοβαρότητα ένα ενδεχόμενο που, όπως φαίνεται, επιστρέφει δυναμικά στη διεθνή ενεργειακή ατζέντα.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM