Χατζηφώτης: Το υδρογόνο χρειάζεται στρατηγική, σταθερή ζήτηση και όχι μόνο επιδοτήσεις
Η εξασφάλιση χρηματοδότησης δεν αρκεί από μόνη της για να μετατρέψει ένα έργο υδρογόνου σε πραγματική επένδυση, ενώ η επόμενη φάση ανάπτυξης της αγοράς απαιτεί στήριξη όχι μόνο της παραγωγής αλλά και της κατανάλωσης. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα που έστειλε ο κ. Κωνσταντίνος Χατζηφώτης, Διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Motor Oil, μιλώντας στο 4ο Hydrogen and Green gases Forum που διοργάνωσε την Τετάρτη το energypress.gr.
Ο κ. Χατζηφώτης, αξιοποιώντας την εμπειρία του τόσο από την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και από τον σχεδιασμό και την υλοποίηση έργων υδρογόνου στην Ελλάδα, υπογράμμισε ότι τα χρηματοδοτικά εργαλεία πρέπει να υπηρετούν έναν σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και όχι να λειτουργούν αποσπασματικά. Όπως ανέφερε, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι σημαντικά κονδύλια έχουν διατεθεί για τον τομέα του υδρογόνου χωρίς πάντοτε να επιτυγχάνονται οι αρχικοί στόχοι παραγωγής και ανάπτυξης της αγοράς.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι συζητήσεις που διεξάγονται σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο δείχνουν ότι στη νέα προγραμματική περίοδο δύσκολα θα υπάρξει η ίδια ένταση χρηματοδότησης για το υδρογόνο όπως τα προηγούμενα χρόνια. Αντίθετα, οι νέες προτεραιότητες φαίνεται να μετατοπίζονται προς την ανθεκτικότητα, την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη και γενικότερα τις τεχνολογίες που συνδέονται με την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.
Παράλληλα, σημείωσε ότι αρκετά από τα χρηματοδοτικά προγράμματα που έχουν προκηρυχθεί τα προηγούμενα χρόνια δεν κατέληξαν τελικά σε οριστικές επενδυτικές αποφάσεις, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εξασφάλιση μιας επιδότησης δεν αρκεί από μόνη της για την επιτυχή υλοποίηση ενός έργου.
Η εμπειρία της Motor Oil και η «Κοιλάδα Υδρογόνου»
Ο κ. Χατζηφώτης περιέγραψε αναλυτικά την εμπειρία της Motor Oil από την ανάπτυξη της λεγόμενης «Κοιλάδας Υδρογόνου» και των σχετικών έργων στους Αγίους Θεοδώρους, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια σύνθετη επενδυτική προσπάθεια που στηρίχθηκε σε συνδυασμό διαφορετικών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Όπως εξήγησε, το συνολικό εγχείρημα βασίζεται σε πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης, δύο έργα του Horizon Europe και του Clean Hydrogen Partnership, το Ταμείο Καινοτομίας για έργα δέσμευσης και αξιοποίησης άνθρακα, το έργο IRIS που αφορά τη μονάδα SMR του διυλιστηρίου, έργα του προγράμματος Shift Transport, δανειοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, φορολογικά κίνητρα για δαπάνες έρευνας και καινοτομίας, καθώς και πόρους του Ταμείου Εκσυγχρονισμού που συνδέονται με την ανανέωση μέρους του στόλου του ΟΑΣΘ με υδρογονοκίνητα λεωφορεία.
Όπως ανέφερε, ο σχεδιασμός του έργου ξεκίνησε το 2021 και απαιτήθηκε σημαντική προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναγκαία χρηματοδότηση από διαφορετικές πηγές. Η αρχική επιδίωξη ήταν η ένταξη σε σχήμα IPCEI, κάτι που τελικά δεν κατέστη εφικτό, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί η αναζήτηση πόρων από πολλαπλά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι η εμπειρία αυτής της πενταετίας οδήγησε σε ένα βασικό συμπέρασμα: «Το grant δεν σημαίνει FID». Όπως εξήγησε, η εξασφάλιση χρηματοδότησης δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ένα έργο θα φτάσει στην τελική επενδυτική απόφαση και τελικά στην υλοποίησή του.
Οι τεχνικές δυσκολίες και το πρόβλημα του λειτουργικού κόστους
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις δυσκολίες που παρουσιάζουν οι νέες τεχνολογίες κατά τη φάση της υλοποίησης. Έφερε ως παράδειγμα το πρατήριο υδρογόνου στους Αγίους Θεοδώρους, όπου ένας από τους βασικούς κατασκευαστές εξοπλισμού είχε σχεδιάσει τη λειτουργία των συστημάτων του για θερμοκρασίες έως 35 βαθμούς Κελσίου, όταν οι πραγματικές συνθήκες στην περιοχή του διυλιστηρίου κατά τη θερινή περίοδο μπορούν να ξεπεράσουν τους 45 βαθμούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πρόσθετες τεχνικές απαιτήσεις και επιπλέον κόστος για την προσαρμογή του εξοπλισμού.
Παράλληλα, επισήμανε ότι τα οικονομικά δεδομένα ενός έργου μεταβάλλονται σημαντικά μεταξύ του αρχικού σχεδιασμού και της υλοποίησης. Όπως είπε, ένα business plan που καταρτίζεται το 2021 δεν μπορεί να παραμένει αμετάβλητο το 2025 ή το 2026, καθώς μεσολαβούν αυξήσεις στο κόστος υλικών, μεταφορών, επιτοκίων και γενικότερα στον πληθωρισμό.
Ο κ. Χατζηφώτης υποστήριξε ότι το βασικό πρόβλημα του υδρογόνου σήμερα δεν είναι τόσο το επενδυτικό κόστος (CAPEX), όσο το λειτουργικό κόστος (OPEX). Μάλιστα, σημείωσε ότι οι τιμές του εξοπλισμού ηλεκτρόλυσης εμφανίζονται πλέον χαμηλότερες σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια, καθώς αρκετά μεγάλα έργα που είχαν ανακοινωθεί διεθνώς έχουν καθυστερήσει ή αποσυρθεί, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των κατασκευαστών.
Ως παράδειγμα ανέφερε το πρατήριο υδρογόνου στους Αγίους Θεοδώρους, το οποίο κόστισε περίπου 3 έως 4 εκατ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 1,5 εκατ. ευρώ καλύφθηκαν μέσω επιδότησης, ενώ το υπόλοιπο ποσό καλύφθηκε από την εταιρεία. Όπως σημείωσε, πρόκειται για μια επένδυση που εξακολουθεί να έχει σημαντικά λειτουργικά κόστη, από τις συντηρήσεις και τις πιστοποιήσεις έως την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς ακόμη να έχει αναπτυχθεί η αντίστοιχη πελατειακή βάση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιου είδους επενδύσεις μπορούν να υποστηριχθούν μόνο από επιχειρήσεις που διαθέτουν τη χρηματοοικονομική δυνατότητα να απορροφήσουν το κόστος για αρκετά χρόνια μέχρι να ωριμάσει η αγορά.
Ανάγκη στήριξης της κατανάλωσης και νέες ευκαιρίες από τις υποδομές διπλής χρήσης
Ο Διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Motor Oil υποστήριξε ακόμη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δώσει μέχρι σήμερα σημαντικούς πόρους για την ανάπτυξη της παραγωγής υδρογόνου, όμως πλέον χρειάζεται να ενισχύσει και την πλευρά της ζήτησης.
Όπως σημείωσε, η χρηματοδότηση των καταναλωτών μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τη χρηματοδότηση των παραγωγών, ενώ τάχθηκε υπέρ της δυνατότητας επιδότησης και των υδρογονοκίνητων οχημάτων, ιδιαίτερα στις κατηγορίες βαρέων μεταφορών όπου το υδρογόνο παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα.
Την ίδια στιγμή, αναφέρθηκε και στην ανάγκη μείωσης των επιβαρύνσεων που σχετίζονται με τη χρήση των ενεργειακών δικτύων, εκτιμώντας ότι τυχόν ελαφρύνσεις θα μπορούσαν να βελτιώσουν αισθητά την ανταγωνιστικότητα του υδρογόνου έναντι άλλων αέριων καυσίμων.
Κλείνοντας, εκτίμησε ότι οι νέες ευκαιρίες χρηματοδότησης τα επόμενα χρόνια ενδέχεται να προέλθουν από τον τομέα της άμυνας και ειδικότερα από έργα και υποδομές «dual-use», δηλαδή διπλής χρήσης. Όπως ανέφερε, πρόκειται για επενδύσεις που μπορούν να εξυπηρετούν οικονομικούς και βιομηχανικούς σκοπούς σε περιόδους ειρήνης, αλλά και να ενισχύουν την ανθεκτικότητα της χώρας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περιόδους κρίσεων.