Ενστάσεις στην αγορά για όσα προβλέπει το νομοσχέδιο για το CCS που παρουσιάστηκε στο Υπουργικό - Οι τρεις βασικοί λόγοι που δημιουργούν ανησυχία
Ιδιαίτερη ανησυχία έχει προκληθεί στην αγορά λόγω των διατάξεων του σχεδίου νόμου που αφορά την αλυσίδα δέσμευσης, μεταφοράς και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS). Υπενθυμίζεται ότι τις βασικές αρχές του νομοσχεδίου παρουσίασε χθες στο Υπουργικό Συμβούλιο ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Θοδωρής Σκυλακάκης.
Σύμφωνα με πηγή της αγοράς που συμμετέχει στη διαβούλευση για το νομοσχέδιο, αν αυτό παραμείνει ως έχει, ενδέχεται να προκύψουν ζητήματα ανταγωνισμού στις Βρυξέλλες. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην απώλεια ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων για τα έργα της αλυσίδας CCS, να καταστήσει αδύνατη τη χρηματοδότησή τους από τον τραπεζικό τομέα και, τελικά, να οδηγήσει στη ματαίωσή τους.
Οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε τρεις βασικούς άξονες:
Κατανομή αποθηκευτικής δυναμικότητας: Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι τουλάχιστον το 50% της αποθηκευτικής ικανότητας του Πρίνου θα κατανέμεται με υπουργική απόφαση αντί μέσω δημοπρασιών. Αυτό δημιουργεί προβλήματα πρόσβασης τρίτων στην αποθήκευση και ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, εγείρονται ερωτήματα για το αν τα έργα δέσμευσης που έχουν εγκριθεί για χρηματοδότηση από το EU Innovation Fund θα μπορέσουν να διασφαλίσουν την αποθήκευση τουλάχιστον του 75% των εκπομπών τους, όπως απαιτείται.
Απουσία σαφών κριτηρίων για την τιμολόγηση: Η τιμή αναφοράς για τη μεταφορά και την αποθήκευση προβλέπεται να καθορίζεται με απόφαση του ΥΠΕΝ, μετά από εισήγηση της ΕΔΕΥΕΠ, η οποία θα λαμβάνει υπόψη και τη γνώμη της ΡΑΕΕΥ. Ωστόσο, η έλλειψη συγκεκριμένων κριτηρίων δημιουργεί αβεβαιότητα και δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση των επενδύσεων, ιδίως από τον τραπεζικό τομέα. Επιπλέον, η ετήσια αναθεώρηση της τιμής αναφοράς στη μεταφορά χωρίς ξεκάθαρα κριτήρια προσθέτει επιπλέον ρίσκο.
Γραφειοκρατία: Το νομοσχέδιο προβλέπει την έκδοση περισσότερων από 20 κανονιστικών διατάξεων (υπουργικές αποφάσεις, ΚΥΑ, κώδικες) για τη λειτουργία της αγοράς, τη στιγμή που τα ευρωπαϊκά χρονοδιαγράμματα είναι ιδιαίτερα πιεστικά.
Η ανησυχία είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς από το 2030 και μετά το κόστος των εκπομπών CO2 αναμένεται να επιβαρύνει δραματικά τις εγχώριες βιομηχανίες, βάσει των ευρωπαϊκών κανονισμών για την κλιματική αλλαγή. Ειδικά οι βιομηχανίες που δεν μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές τους μέσω αλλαγής καυσίμου (όπως οι τσιμεντοβιομηχανίες, τα διυλιστήρια και οι χημικές βιομηχανίες), θα βρεθούν αντιμέτωπες με ετήσια κόστη της τάξης του 1 δισ. ευρώ. Με τις τρέχουσες τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών (περίπου 70 ευρώ/τόνο CO2), οι επιχειρήσεις που εκπέμπουν 14 εκατ. τόνους CO2 ετησίως κινδυνεύουν με λουκέτο.
Από την πλευρά του υπουργείου πάντως, αρμόδιες πηγές αναφέρουν ότι οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου προέκυψαν μετά από μεγάλη προετοιμασία και διαβούλευση και καταρτίστηκαν με γνώμονα την προώθηση της αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα και της κάλυψης των αναγκών της εγχώριας βιομηχανίας. Εάν επελέγετο η λύση των δημοπρασιών, για την κατανομή της αποθηκευτικής ικανότητας του Πρίνου, τότε πολύ απλά δε θα είχαμε αποτέλεσμα αναφέρουν αρμόδιες πηγές, που επιμένουν ότι η προετοιμασία των ρυθμίσεων και η λογική του νομοσχεδίου βρίσκονται στην ορθή κατεύθυνση. Για το θέμα της γραφειοκρατίας, υπογραμμίζεται ότι η ΕΔΕΥΕΠ, είναι ένας φορέας πολύ αποτελεσματικός και γρήγορος που εγγυάται την επιτυχία του εγχειρήματος. Τέλος από πλευράς υπουργείου υπογραμμίζεται ότι το θέμα του CCS είναι εξαιρετικά σημαντικό και πρέπει το νομοθετικό πλαίσιο να διασφαλίζει ότι θα υπάρξει σωστή ανάπτυξη χωρίς κάποιος παίκτης να πάρει τη μερίδα του λέοντος αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους εκτός.