Εδώ και τώρα  έξορθολογισμός  στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας
του Αντώνη Κοντολέοντος

Εδώ και τώρα έξορθολογισμός στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας

23 06 2021 | 07:30

Στις νέες διαμορφούμενες συνθήκες μετά την πανδημία για την οικονομία και την απασχόληση στη χώρα μας η παραγωγική ανασυγκρότηση  και η ενίσχυση του ρόλου της βιομηχανίας αποτελούν αδήριτη ανάγκη και προϋπόθεση εξόδου από την νέα, ίσως και  χειρότερη κρίση.

Είναι γεγονός ότι οικονομίες με ισχυρή και ανταγωνιστική βιομηχανία ανακάμπτουν  γρηγορότερα μετά από περιόδους κρίσεων που πλήττουν την οικονομία, όπως η οικονομική κρίση του 2010-2015 και η πρόσφατη της πανδημίας.

Στη χώρα μας το ποσοστό συμμετοχής της βιομηχανίας στο ΑΕΠ μόλις φθάνει το 9%, ενώ στην Ευρώπη υπερβαίνει το 15%, γεγονός το οποίο διαχρονικά αποδεικνύει την ανυπαρξία συνεκτικής και αποτελεσματικής βιομηχανικής πολιτικής.

Βασικό και διαχρονικό εμπόδιο στην ανάπτυξη των εγχώριων βιομηχανιών έντασης ενέργειας είναι το μη ανταγωνιστικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο σταθερά παραμένει υψηλότερο κατά 40% του αντίστοιχου κόστους με το οποίο επιβαρύνονται οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές τους. 

Βασική αιτία παραμένουν τα δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία από μονοπωλιακή έχει αποκτήσει πλέον χαρακτηριστικά εδραιωμένου ολιγοπωλίου μετά και την δραστηριοποίηση την τελευταία δεκαετία ιδιωτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φ.α. Αποτέλεσμα να μη διαμορφώνονται ανταγωνιστικές τιμές.  

Όσοι πίστευαν, ότι η λειτουργία της νέας αγοράς, στο πλαίσιο του target model, από μόνη της θα ήταν δυνατόν να διαμορφώσει συνθήκες ανταγωνισμού ανάλογες εκείνων των ευρωπαϊκών αγορών , είτε στην παραγωγή, είτε στην προμήθεια, απλά διαψεύστηκαν.  

Ούτε όμως  η σύζευξη της ελληνικής αγοράς με τις αγορές της Ιταλίας και Βουλγαρία δεν φαίνεται να ευνοεί την ανάπτυξη στοιχειώδους ανταγωνισμού, λόγω της μικρής δυναμικότητας των  διασυνδέσεων. 

Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα από τη λειτουργία της νέας αγοράς εγείρουν μια σειρά από ερωτήματα. Ήταν αλήθεια τυχαίο το γεγονός ότι δεν επελέγησαν για το σχεδιασμό της αγοράς εξισορρόπησης  μοντέλα δοκιμασμένα στις ευρωπαϊκές αγορές. Άλλωστε πριν από δέκα έτη παρατηρήθηκαν παρόμοιες πρακτικές στην αγορά της Ιταλίας, η οποία ακολουθεί και αυτή μοντέλο κεντρικής κατανομής.

Επίσης, είναι άραγε ο ελλιπής σχεδιασμός της αγοράς που επιτρέπει συγκεκριμένες στρατηγικές προσφορών, οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμα ο αλγόριθμος επίλυσης της αγοράς του ΑΔΜΗΕ  να καταλήγει σε ενεργοποίηση εντολών κατανομής ταυτόχρονα την  ίδια χρονική περίοδο τόσο καθοδικής όσο και ανοδικής ενέργειας ή οι ίδιες οι στρατηγικές;

Για να μην ξεχάσουμε συμπεριφορές που καταγράφηκαν τους δύο πρώτους μήνες λειτουργίας της αγοράς, οι οποίες οδήγησαν σε «αδόκητα κέρδη» , όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην σχετική απόφαση της ΡΑΕ.  Τα προσωρινά ρυθμιστικά μέτρα που αναγκάστηκε να  λάβει η ΡΑΕ, μέχρις ότου να αποφασιστούν και να σχεδιαστούν οι αναγκαίες τροποποιήσεις στο σχεδιασμό, είχαν ως αποτέλεσμα απλά συγκρατηθεί προσώρας το τελικό κόστος.

Οι αλλαγές στο σχεδιασμό της αγοράς εξισορρόπησης, τις οποίες έχει εξαγγείλει η ΡΑΕ πρέπει να επισπευσθούν  προτού οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας καταστούν μη αναστρέψιμες.

Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται σήμερα μετά 6 μήνες από την έναρξη  λειτουργίας της νέας αγοράς είναι απογοητευτική, καθώς αντί για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, καταγράφεται σημαντική  αύξηση, η οποία οφείλεται στην μεθοδευμένη εκτόξευση του κόστους της αγοράς εξισορρόπησης. Η συγκεκριμένη αύξηση οφείλεται σε συγκεκριμένες πρακτικές των παραγωγών, που εκμεταλλεύονται τις σχεδιαστικές παραλείψεις και τα λάθη στο σχεδιασμό της αγοράς.   

Οι διαμορφούμενες συνθήκες θα οδηγήσουν για μια ακόμη φορά σε σημαντικό πισωγύρισμα του ανοίγματος της αγοράς με ευθύνη, όχι της ΔΕΗ, αλλά των ιδιωτών παραγωγών.

Και τούτο διότι οι νέοι παίκτες αρκούνται στη μεγιστοποίηση των κερδών τους στην νέα αγορά εξισορρόπησης χωρίς να θέτουν ως προτεραιότητα να αποσπάσουν από τη ΔΕΗ μερίδιο στην προμήθεια. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν προσφέρονται ανταγωνιστικές τιμές, ούτε καν στους μεγάλους καταναλωτές με σταθερό προφίλ λειτουργίας.

Με αφορμή μάλιστα τη συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών στα δικαιώματα εκπομπών CO2, όλοι οι προμηθευτές, ακόμη και αυτοί οι οποίοι είναι και παραγωγοί, προσφέρουν πλέον τιμές προμήθειας οι οποίες  αντιστοιχούν στο μεσοσταθμικό κόστος της αγοράς, το οποίο όμως  συνδιαμορφώνουν οι ίδιοι, ως παραγωγοί μαζί με τη ΔΕΗ.

Μήπως υπάρχει εναρμονισμένη πρακτική; Σίγουρα μιλάμε για μια ανύπαρκτη αγορά προμήθειας, όπου πλέον τα προσφερόμενα τιμολόγια στην ουσία είναι η μεσοσταθμική τιμή της αγοράς, καμία διαφοροποίηση!  

Σε αυτό το κλίμα δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για ανάπτυξη της μεταποίησης στη χώρα μας. Εκτός εάν υπάρξει ουσιαστικός και αποτελεσματικός έλεγχος της λειτουργίας της αγοράς από τον Ρυθμιστή.

Η απόφαση για την πρόωρη απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων σε συνδυασμό με την  αύξηση της τιμής των δικαιωμάτων CO2 στο επίπεδο άνω των 50 Ευρώ/tn CO2 καθιστά επείγουσα την εξεύρεση άμεσης λύσης στο ζήτημα επάρκειας ισχύος που δημιουργείται για το σύστημα. Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται επιβεβλημένη η εφαρμογή ενός μηχανισμού στρατηγικής εφεδρείας, στον οποίο θα ενταχθούν οι υπό απόσυρση μονάδες.

Η έγκριση του μηχανισμού στρατηγικής εφεδρείας δεν ακυρώνει σε δεύτερο στάδιο να προταθεί και εγκριθεί μηχανισμός επάρκειας ισχύος, ο οποίος ωστόσο στοχευμένα θα πρέπει να επιδοτήσει μόνο τις νέες μονάδες συνδυασμένου κύκλου που θα κατασκευαστούν και θα αντικαταστήσουν τις υπό απόσυρση λιγνιτικές μονάδες, ως μονάδες βάσης.

Δεδομένου ότι η διαδικασία έγκρισης ενός τέτοιου μηχανισμού από την ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι χρονοβόρα και απαιτητική, είναι απαραίτητο ο σχεδιαζόμενος μηχανισμός στρατηγικής εφεδρείας να τεθεί ως εθνική προτεραιότητα, καθώς εκτός των άλλων ο μηχανισμός αναμένεται να λειτουργήσει θετικά προς την κατεύθυνση του εξορθολογισμού των τιμών της ελληνικής αγοράς σε σχέση με τις ευρωπαϊκές αγορές.

Η συμμετοχή της Ζήτησης στο σχεδιαζόμενο μηχανισμό εφεδρείας θα λειτουργήσει ως διάδοχο σχήμα της Διακοψιμότητας, για την αποζημίωση των υπηρεσιών της Ζήτησης προς όφελος της ευστάθειας του συστήματος.

Όμως παρατηρούμε ότι πληθαίνουν οι διαρροές κύκλων, ότι πρέπει  αντί της στρατηγικής εφεδρείας να προωθηθεί ο μόνιμος μηχανισμός επάρκειας ισχύος, μέσα από τον οποίο θα αμείβονται και οι υφιστάμενες, σχεδόν αποσβεσμένες μονάδες φ.α., πέραν των λιγνιτικών.

Η πρόταση αυτή, εκτός του ότι δεν λύνει το πρόβλημα που δημιουργείται από την    αναγκαστική απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, λόγω της ασύμφορης λειτουργίας τους, θα επιβαρύνει σημαντικά το κόστος όλης της αγοράς και ειδικότερα των βιομηχανιών. 

Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας πρότασης, η οποία στις σημερινές συνθήκες της αγοράς οδηγεί σε μια ακόμη σκανδαλώδη επιδότηση των ιδιωτών παραγωγών, πέραν των υπερβολικών εσόδων τους, που συνεχίζουν  να αποκομίζουν εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες στο σχεδιασμό της αγοράς εξισορρόπησης.

Τέλος το επόμενο διάστημα, αναμένεται ένα μεγάλο ποσοστό από τις νέες ΑΠΕ να επιλέξει αντί της επιλογής της συμμετοχής στους διαγωνισμούς, να αναζητήσουν τη συμμετοχή τους στην αγορά μέσω της σύναψης διμερών συμβολαίων με προμηθευτές ή μεγάλους καταναλωτές.

Όλα αυτά θα τα δούμε να συμβαίνουν  μετά το 2023. Βεβαίως για να προχωρήσουν αυτές οι διμερείς συμβάσεις, κρίσιμη παράμετρος είναι τα κόστη που θα αντανακλούν. Δηλαδή εάν θα αντανακλούν το κόστος της επένδυσης ή το κόστος της αγοράς. Επίσης, θα πρέπει να δούμε εάν η ενέργεια από τις ΑΠΕ θα κατευθυνθεί απευθείας στις βιομηχανίες ή εάν θα φτάσει πρώτα στους προμηθευτές και από εκεί στη λιανική. Αυτές είναι και οι πιο κρίσιμες παράμετροι του εγχειρήματος για τα PPAs της βιομηχανίας με τις ΑΠΕ.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται η ανάγκη η κυβέρνηση να πάρει άμεσα μέτρα, τα οποία αφενός να άρουν τις στρεβλώσεις στην αγορά εξισορρόπησης, αφετέρου να άρουν την αβεβαιότητα αναφορικά με τα τιμολόγια των μεγάλων βιομηχανιών Μέσης(ΜΤ) και Υψηλής Τάσης(ΥΤ).

Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι η βιομηχανία μπορεί και πρέπει να είναι ο πρωταγωνιστής της ελληνικής ανάκαμψης μετά την πανδημία, αρκεί να της εξασφαλιστεί το αναγκαίο καύσιμο: το ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας.

---------------------------

Αντώνης Κοντολέων 

Πρόεδρος του ΔΣ  της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας

(Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2021 που εκδίδει για 10η συνεχόμενη χρονιά το επιτελείο του energypress)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM