Economist: Η δραστική μείωση παραγωγικών επενδύσεων παγιώνει τις υψηλές τιμές πετρελαίου, αερίου και άνθρακα
Οι περιορισμένες επενδύσεις σε πετρέλαιο, αέριο και άνθρακα σημαίνουν ότι οι υψηλές τιμές ήρθαν για να μείνουν, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το Economist.
Για μεγάλο μέρος της τελευταίας πενταετίας, η λέξη-κλειδί στον ενεργειακό τομέα ήταν η “αφθονία”. Ένας κλάδος που πάντοτε επιζητούσε να ελέγξει την παραγωγή ορυκτών καυσίμων για να στηρίξει τις τιμές ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπος με υπερπροσφορά, καθώς η σχιστολιθική επανάσταση στις ΗΠΑ μείωσε την τιμή του πετρελαίου παγκοσμίως και οι ΑΠΕ, όπως τα αιολικά και τα φ/β έγιναν ανταγωνιστικές προς τα συμβατικά καύσιμα.
Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, η προσοχή όλων στρέφεται στην έλλειψη ενέργειας, παρά στην αφθονία της. Επιφανειακά οι εκδηλώσεις της έλλειψης δείχνουν ασύνδετες. Στη Βρετανία οι οδηγοί υποφέρουν από την έλλειψη οδηγών για να παραδώσουν καύσιμα στα πρατήρια. Οι διακοπές ρεύματος σε περιοχές της Κίνας προέρχονται από τις προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει τις εκπομπές ρύπων. Τα μειωμένα αποθέματα άνθρακα σε συμβατικούς σταθμούς της Ινδίας σχετίζονται με την άνοδο στην τιμή των εισαγωγών.
Όμως ένας κοινός συνδετικός κρίκος αναμένεται να καταστήσει τις ελλείψεις ακόμα πιο έντονες στα επόμενα χρόνια: Η πτώση στις επενδύσεις για πετρελαιοπηγές, υποδομές αερίου και ανθρακωρυχεία. Πρόκειται για ένα απότοκο της εποχής της αφθονίας, καθώς χρόνια υπερεπένδυσης έδωσαν τη θέση τους στην κεφαλαιακή πειθαρχία. Επίσης, είναι το αποτέλεσμα της αυξημένης πίεσης για απανθρακοποίηση.
Φέτος η μείωση των επενδύσεων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που οι τιμές και στα τρία ενεργειακά εμπορεύματα εκτοξεύονται. Το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 81 δολάρια/βαρέλι μετά την απόφαση του ΟΠΕΚ να μην αυξήσει περαιτέρω την παραγωγή του.
Η πιθανώς πληθωριστική άνοδος δεν θα είναι καλή για ένα κόσμο που εξακολουθεί να λαμβάνει την περισσότερη ενέργεια από ορυκτά καύσιμα. Τουλάχιστον, μπορεί να επιταχύνει τη στροφή προς πράσινες και πιο φθηνές μορφές ενέργειας.
Στην περίπτωση του πετρελαίου, μιλάμε για έναν κλάδο που χρειάζεται συνεχή επανεπένδυση για να διατηρηθεί. Ο κανόνας είναι ότι οι πετρελαϊκές πρέπει να διοχετεύουν τα 4/5 των κεφαλαιακών τους δαπανών κάθε χρόνο μόνο και μόνο για να διατηρήσουν τα επίπεδα των αποθεμάτων σταθερά. Εντούτοις, οι δαπάνες υποχώρησαν από τα 750 δις. δολάρια το 2014 (όταν η τιμή ήταν πάνω από 100 δολάρια) σε 350 δις. δολάρια φέτος, σύμφωνα με την Trafigura.
Η Goldman Sachs αναφέρει ότι στην ίδια χρονική περίοδο τα αποθέματα πετρελαίου σε έτη μειώθηκαν από 50 σε 25. Πέρυσι αποφεύχθηκε προσωρινά μια έλλειψη προμήθειας λόγω της πανδημίας, όμως η παγκόσμια οικονομία άρχισε να ανακάμπτει και είναι θέμα χρόνου μέχρι να εκδηλωθεί η έλλειψη.
Ο κλάδος συνήθως αντιδρούσε στην έντονη ζήτηση και τις υψηλές τιμές με νέες επενδύσεις για γεωτρήσεις. Αυτό, όμως, γίνεται πιο δύσκολο στην εποχή της απανθρακοποίησης. Καταρχήν, οι μεγάλες ιδιωτικές πετρελαϊκές πιέζονται από τους επενδυτές να στραφούν μακριά από τους υδρογονάνθρακες. Ο λόγος είναι είτε ότι οι μέτοχοι πιστεύουν πως η ζήτηση θα κορυφωθεί εν τέλει καθιστώντας τα νέα έργα ζημιογόνα, είτε επειδή προτιμούν να έχουν μετοχές εταιρειών που στηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση. Παρόλο που οι τιμές ανεβαίνουν, οι επενδύσεις δεν θεωρείται πιθανό να συμβαδίσουν.
Ας δούμε και τις προβλέψεις για τις επενδύσεις των 250 μεγαλύτερων παραγωγών εμπορευμάτων για το 2022 σε σχέση με το 2019. Οι εξορυκτικές και οι εταιρείες γεωργικών εμπορευμάτων προβλέπουν μεγάλες αυξήσεις των δαπανών τους, ενώ στην ενέργεια προβλέπεται να υποχωρήσουν άλλο ένα 9%. Οι πετρελαϊκές προτιμούν να επιστρέφουν τα χρήματα στους μετόχους τους.
Ακόμη ένας παράγοντας που παρεμποδίζει τις πετρελαϊκές επενδύσεις είναι η συμπεριφορά των κρατών του ΟΠΕΚ+. Η πενταετία των χαμηλών τιμών εν μέσω αφθονίας έφτασε στο ναδίρ με την κατάρρευση της τιμής στην αρχή της πανδημίας και έπληξε τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Αυτό οδήγησε σε πτώση των επενδύσεων. Καθώς οι τιμές ανακάμπτουν, η προτεραιότητα των κρατών αυτών είναι να μην επεκτείνουν την παραγωγική δυναμικότητα, αλλά να στηρίξουν τα δημοσιονομικά τους.
Επιπλέον, οι κρατικοί παραγωγοί είναι επιφυλακτικοί και ανησυχούν ότι μια έξαρση της πανδημίας θα μειώσει και πάλι τη ζήτηση. Όπως τονίζει ο Όσβαλντ Κλιν της Bernstein, πολλοί αναρωτιούνται “γιατί να μην καβαλήσουμε το κύμα των υψηλών τιμών για λίγο;”. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν το τιμολογιακό ράλι τονώσει τελικά τις επενδύσεις, θα χρειαστούν χρόνια για να αυξηθεί η παραγωγή ουσιαστικά.
Η μειωμένη επένδυση στο πετρέλαιο επηρεάζει και την αντίστοιχη του φυσικού αερίου που συχνά είναι παράλληλο προϊόν με το αργό. Ταυτόχρονα, υπάρχει έλλειψη τερματικών LNG για προμήθεια αερίου από περιοχές όπως η Αμερική προς περιοχές όπως η Ασία και η Ευρώπη. Δεδομένου του ότι χρειάζεται πολύς χρόνος για την κατασκευή τέτοιων εγκαταστάσεων, η έλλειψη στην Αμερική προβλέπεται να διαρκέσει τουλάχιστον ως το 2025.
Τέλος, οι επενδύσεις σε θερμικό άνθρακα είναι οι ασθενέστερες όλων. Ακόμα και στην Κίνα και την Ινδία που σχεδιάζονται πολλοί νέοι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, υπάρχει μια στροφή ενάντια στον άνθρακα. Παρόλα αυτά, καθώς η Κίνα ίσως να οδεύει προς ένα δύσκολο χειμώνα και η Ινδία έχει πρόβλημα εφοδιασμού, ίσως να μιλάμε για την τελευταία αναλαμπή του άνθρακα.