Δρ. Αντώνης Μεταξάς: Γερμανικό επενδυτικό ενδιαφέρον για τον τομέα των ΑΠΕ - ένα στοίχημα με προϋποθέσεις

Δρ. Αντώνης Μεταξάς: Γερμανικό επενδυτικό ενδιαφέρον για τον τομέα των ΑΠΕ - ένα στοίχημα με προϋποθέσεις

Δρ. Αντώνης Μεταξάς: Γερμανικό επενδυτικό ενδιαφέρον για τον τομέα των ΑΠΕ - ένα στοίχημα με προϋποθέσεις
24 08 2011 | 14:27

Η πρόσφατη κρίση στον ιαπωνικό πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα ενίσχυσε τα επιχειρήματα για αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας σε διεθνές επίπεδο και οδήγησε αρκετές κυβερνήσεις σε αναθεώρηση της στρατηγικής τους για την πυρηνική ενέργεια αλλά και, ευρύτερα, τις στρατηγικές τους ιεραρχήσεις για την ενεργειακή τους πολιτική. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, η οποία αποφάσισε να προχωρήσει σε κλείσιμο των πυρηνικών της εργοστασίων μέχρι το 2022, δρομολογώντας έτσι την αποστασιοποίησή της από την πυρηνική ενέργεια. Αυτή η εξαιρετικά δύσκολη, για τους γνωρίζοντες τους ισχύοντες εσωτερικούς πολιτικοοικονομικούς και επιχειρηματικούς συσχετισμούς στη Γερμανία, απόφαση σηματοδοτεί μια δραστική αλλαγή στην ενεργειακή πολιτική της χώρας: Αναδεικνύει τη νέα, σχεδόν αναγκαστική πλέον, στρατηγική της στόχευση, η οποία συνίσταται στην επικέντρωση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι διακηρυγμένος στόχος της χώρας είναι πλέον ο διπλασιασμός του ποσοστού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, από 17% σε 35% μέχρι το 2022. Η Γερμανία διαθέτει σήμερα 17 πυρηνικούς αντιδραστήρες, οι οποίοι κάλυπταν μέχρι τώρα το 25% των αναγκών της σε ενέργεια. Οι οκτώ από αυτούς δεν είναι πλέον συνδεδεμένοι με το δίκτυο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για την σταδιακή διακοπή της λειτουργίας και των υπόλοιπων πυρηνικών σταθμών.

Η υλοποίηση της προαναφερθείσας απόφασης λογικό είναι να δημιουργήσει νέα δεδομένα στο ενεργειακό ισοζύγιο στην Ευρώπη, καθότι μια σειρά από χώρες θα μετατραπούν ουσιαστικά από εξαγωγείς σε εισαγωγείς ενέργειας. Και τούτο διότι σήμερα υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις ότι αυτή η «στροφή» της ενεργειακής στρατηγικής προς τις ΑΠΕ δεν θα αποτελέσει γερμανική πρωτοτυπία, αλλά, αντιθέτως, θα ακολουθηθεί και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που θα έχει αντίστοιχες αποτυπώσεις και στις θεσμικές πολιτικές επιλογές της Ε.Ε. στο σύνολό της.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση που λαμβάνει χώρα το τελευταίο διάστημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο (με ιδιαίτερη ένταση, δε, στη Γερμανία), σχετικά με τις δυνατότητες (και) εξαγωγικής ανάπτυξης της Ελλάδας στον τομέα των ΑΠΕ, με έμφαση στην ηλιακή ενέργεια. Το σκιαγραφούμενο ενεργειακό σχέδιο που αφορά τη χώρα μας προβλέπει την κατασκευή δικτύων χρηματοδοτούμενων από ευρωπαϊκά κονδύλια για την εξαγωγή ενέργειας και την κάλυψη βασικών ελλείψεων που εμποδίζουν τη διοχέτευση ενέργειας στις ευρωπαϊκές αγορές, όπως είναι η απουσία σύγχρονων δικτύων υψηλής τάσης και μεγάλης χωρητικότητας. Είναι σαφές ότι, όσο κι αν αυτή η προοπτική ηχεί εξόχως θετική, η ωρίμανση αυτών των σχεδίων χρήζει προσεκτικής μελέτης, για να εξακριβωθεί η τεχνικοοικονομική τους σκοπιμότητα και να επιλεγούν οι βέλτιστες λύσεις υλοποίησής τους. Σημαντικό είναι επίσης να αξιολογηθούν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που θα επιτρέψουν την όσο το δυνατόν πιο άμεση και βέλτιστη δρομολόγηση αυτών των σχεδίων αλλά και η χάραξη μιας αντίστοιχης εθνικής στρατηγικής της χώρας μας, η οποία θα ανταποκρίνεται στο διακύβευμα συγκρότησης μιας αμοιβαίως επωφελούς διαμόρφωσης αυτών των στοχεύσεων, η οποία θα συνδράμει ουσιαστικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια της Ελλάδας.

Το ενδιαφέρον της Γερμανίας εστιάζεται κατά κύριο λόγο σε επενδύσεις στην ελληνική φωτοβολταϊκή βιομηχανία, είτε στην κατασκευή μεγάλων πάρκων είτε εργοστασίων κατασκευής εξοπλισμού, καθώς οι γερμανικές εταιρείες θεωρούνται από τις κορυφαίες στον τομέα εγκατάστασης Φ/Β συστημάτων αλλά και παραγωγής σχετικού εξοπλισμού. Η στρατηγική της στόχευση παρουσιάζεται διττή: Κατατείνει αφενός μεν στην προοπτική κάλυψης μέρους των αυξημένων ενεργειακών αναγκών της χώρας αλλά και στην αξιοποίηση και «πώληση» της ενεργειακής της τεχνογνωσίας. Στα πλαίσια αυτά το αρμόδιο υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας σε συνεργασία με το ελληνικό Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επεξεργάζονται ένα σχέδιο προώθησης γερμανικών επενδύσεων στην Ελλάδα, το οποίο θα περιλαμβάνει τον εντοπισμό των τομέων που θα μπορούσαν να προσελκύσουν γερμανικά κεφάλαια, τη χρηματοδότηση και την άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων. Προεξάρχουσα θέση στο σχετικό επενδυτικό προγραμματισμό έχουν οι ΑΠΕ, με ιδιαίτερη έμφαση, όπως ελέχθη, στον τομέα των φωτοβολταϊκών.

Παράλληλα, σε ό,τι αφορά το κομβικής σημασίας θέμα των χρηματοδοτήσεων έργων ΑΠΕ, ξένες τράπεζες, όπως λ.χ. η κρατική Γερμανική Επενδυτική Τράπεζα KfW αλλά και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, εξετάζουν την προοπτική συστηματικής δραστηριοποίησης στην ελληνική αγορά, όπως επίσης τη δυνατότητα παροχής τεχνογνωσίας στην ελληνική κυβέρνηση για τη δημιουργία μιας ελληνικής επενδυτικής τράπεζας. Η τράπεζα αυτή, ενισχυμένη με κεφάλαια προερχόμενα από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αλλά και ιδιώτες θα μπορούσε να αποτελέσει το βασικό φορέα χρηματοδότησης των επενδύσεων ΑΠΕ στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια. Αντίστοιχη πρόταση έχουν διατυπώσει και θεσμικοί φορείς του χώρου, όπως λ.χ. ο πρόεδρος του ΠΑΣΥΦ κ. Καλογεράκης, ο οποίος πρόσφατα υποστήριξε την αναγκαιότητα ίδρυσης μια «Πράσινης Τράπεζας Επενδύσεων» για τις ΑΠΕ, η οποία θα καλύψει την ανάγκη συγκέντρωσης κεφαλαίων για τα έργα αυτού του είδους. Σε αυτή την κατεύθυνση της διευκόλυνσης της χρηματοδότησης των σχετικών επενδύσεων, ιδιαιτέρως θετικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η ενεργοποίηση του μηχανισμού HERMES με την εγγύηση του Γερμανικού Δημοσίου για την ασφάλιση του project και country related risk των προς χρηματοδότηση projects.

Προσεγγίζοντας εντούτοις κανείς τα παραπάνω και υπό το πρίσμα της πρακτικής εμπειρίας του χώρου (αλλά και με γνώση των ευρύτερων αβελτηριών και συστημικών δυσλειτουργιών της χώρας), πρέπει να επισημάνει ότι η υλοποίηση των προαναφερθεισών προοπτικών προϋποθέτει συγκροτημένες κινήσεις σε πολλά επίπεδα, όπως επίσης καλλιέργεια σαφών ρόλων για όλους τους «παίκτες» και θεσμικούς φορείς της αγοράς αλλά και την ύπαρξη ευνοϊκού και προβλέψιμου κανονιστικού πλαισίου για τις συγκεκριμένες επενδύσεις. Περιοριζόμενος, λόγω ειδικότητας, στις νομικές και κανονιστικές πτυχές αυτής της παρατήρησης θεωρώ ότι προκειμένου η χώρα μας να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα στον τομέα της ενέργειας, παρουσιάζεται περισσότερο από ποτέ επιτακτική η ανάγκη ύπαρξης ενός εύληπτου και ευσύνοπτου κωδικοποιημένου νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου αλλά και η πλήρης διαφάνεια δράσης εκ μέρους όλων εκείνων των φορέων που κατέχουν αποφασιστική αρμοδιότητα στα επιμέρους στάδια της επενδυτικής διαδικασίας με τους οποίους έρχεται κατ’ ανάγκη σε επαφή ο κάθε επενδυτής.

Η πρώτη παρατήρηση σε σχέση με την ανάγκη κωδικοποίησης και απλοποίησης του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου δεν αφορά μόνο την κάθε φορά ισχύουσα βασική νομοθεσία, αλλά και το σύνολο του εν τοις πράγμασι ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου (Υπουργικές αποφάσεις, εγκύκλιοι του ΔΕΣΜΗΕ ή της ΔΕΗ, Κώδικες της ΡΑΕ κλπ.). Πρόσφατα μάλιστα παρατηρήθηκε το φαινόμενο οιονεί κανονιστικό χαρακτήρα επί σημαντικών, από επενδυτική άποψη, θεμάτων να αναπτύσσουν ακόμη και ... Ανακοινώσεις διαφόρων Διευθύνσεων ή και κατά κανόνα μη προσβάσιμες στο ευρύ κοινό εσωτερικές εγκύκλιοι της ΔΕΗ, των οποίων η κανονιστική ποιότητα, ασχέτως της κατά περίπτωση ορθότητας ή μη των κατ’ ουσίαν ρυθμίσεων που θεσπίζουν, είναι πολλαπλώς νομοτεχνικά και δικαιοπολιτικά προβληματική. Η δεύτερη παρατήρηση σε σχέση με την ανάγκη διαφανούς δράσης όλων των εμπλεκόμενων φορέων είναι επίσης, θεωρώ, σημαντική. Κορυφαίο παράδειγμα είναι εδώ η διαφάνεια και η τήρηση του χρονοδιαγράμματος για την προσφορά όρων σύνδεσης φωτοβολταϊκών με το δίκτυο της ΔΕΗ, αίτημα πολλάκις διατυπωμένο από όλους τους θεσμικούς φορείς εκπροσώπησης της αγοράς των φωτοβολταϊκών στη χώρα μας. Συνιστά επίσης σίγουρα θετικό δείγμα η πρόσφατα παρατηρούμενη δραστήρια παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας του αρμοδίου Υπουργείου ΠΕΚΑ προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της διαφανούς συναφούς δράσης της ΔΕΗ αλλά και όλων των λοιπών εμπλεκόμενων με το χώρο των ΑΠΕ φορέων.

Συμπερασματικά, είναι, πιστεύω, για τον ασχολούμενο με τα ενεργειακά θέματα νομικό, σαφές ότι οι αλλεπάλληλες νομοθετικές μεταβολές που πραγματοποιήθηκαν από την έναρξη της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η έλλειψη συστηματικής κωδικοποίησης του συνολικού ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την αδειοδότηση, κατασκευή και λειτουργία έργων ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ, οδηγούν συχνά σε συγκρούσεις κανόνων και δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου, καθιστώντας ενίοτε δύσκολη την παρακολούθηση των εξελίξεων στο κανονιστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο όχι μόνο για τους ενδιαφερόμενους επενδυτές αλλά, όχι σπάνια, και για τους εξειδικευμένους νομικούς συμβούλους. Είναι δε αυτονόητο, ότι η κανονιστική ασάφεια και η ούτω προκύπτουσα ανασφάλεια από κοινού με την πολλές φορές ελλείπουσα διαφάνεια δράσης των εμπλεκόμενων στην επενδυτική διαδικασία φορέων συνιστούν και ανάσχεση για τις όποιες σοβαρές επενδυτικές πρωτοβουλίες ειδικά από την πλευρά ξένων επενδυτών, οι οποίοι δεν έχουν αντίστοιχες προσλαμβάνουσες παραστάσεις (και συνακόλουθα αντοχές ή ανοχές) κανονιστικής ασάφειας, πολυνομίας και εξουθενωτικής γραφειοκρατίας.

Τα παραπάνω πρέπει ενδεχομένως να τα έχουμε υπόψη ιδιαίτερα σήμερα που η υλοποίηση αναπτυξιακών επενδυτικών πρωτοβουλιών στη χώρα μας αλλά, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του κειμένου, και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων φαντάζουν να είναι μονόδρομος για την υπέρβαση της σοβούσας οικονομικής κρίσης.

Ο Δρ. Αντώνης Μεταξάς είναι Managing Partner του δικηγορικού γραφείου Metaxas & Associates

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM