Βιομηχανία: Μπλόκο Βρυξελλών στη μείωση του κόστους μέσω του ιταλικού μοντέλου – Στην αντιστάθμιση ρίχνει τώρα το βάρος το ΥΠΕΝ, προσδοκίες και για το νέο Πλαίσιο Ενισχύσεων (CISAF)
Αρνητική είναι η στάση που εισπράττει από την Κομισιόν το ΥΠΕΝ, όσον αφορά το «πράσινο φως» στο ελληνικό σχήμα για τη μείωση του κόστους ηλεκτροδότησης των ελληνικών ενεργοβόρων βιομηχανιών. Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου, πρωταρχική αιτία για το μπλόκο είναι το βασικό μέτρο του ελληνικού σχήματος, δηλαδή το (προσαρμοσμένο) ιταλικό μοντέλο.
Όπως τονίζουν τα στελέχη του ΥΠΕΝ, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι το συγκεκριμένο μοντέλο πήρε την έγκριση (έστω και εκ των υστέρων μέσω Comfort Letter) για να εφαρμοστεί στην Ιταλία. Ωστόσο, το επιχείρημά τους είναι ότι αυτό συνέβη σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχε ακόμη θεσμοθετημένο ευρωπαϊκό σχήμα στήριξης της βιομηχανίας. Σήμερα, με το νέο Πλαίσιο για τις Κρατικές Ενισχύσεις για την Καθαρή Βιομηχανία (CISAF) σε ισχύ, η Επιτροπή θεωρεί ότι εξέλιπε η ανάγκη για τέτοιου τύπου εθνικές πρωτοβουλίες.
Δεύτερη πηγή ένστασης των Βρυξελλών αποτελεί ο συνδυασμός του ιταλικού μοντέλου με άλλα μέτρα στην ελληνική πρόταση, όπως η ενίσχυση του μηχανισμού αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών CO2. Και εδώ, η Κομισιόν επικαλείται το νέο πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι το CISAF επαρκεί από μόνο του για τη στήριξη των βιομηχανικών καταναλωτών, χωρίς να απαιτείται η σώρευση ενισχύσεων από διαφορετικά εργαλεία. Μια θέση που, πάντως, δεν βρίσκει σύμφωνες και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, οι οποίες πιέζουν για τη δυνατότητα συνδυασμού του CISAF με άλλα εργαλεία στήριξης.
Επεξεργασία εναλλακτικών λύσεων
Υπενθυμίζεται ότι το ιταλικό μοντέλο, το οποίο είχε υιοθετηθεί και ως βάση στην πρόταση του ΣΕΒ, προβλέπει σταθερή και ανταγωνιστική τιμή ρεύματος για το 25% της κατανάλωσης των ελληνικών ενεργοβόρων επιχειρήσεων για μία τριετία. Το σχήμα βασίζεται σε ένα είδος «ενεργειακού δανείου» πράσινου ρεύματος, το οποίο οι επιχειρήσεις αποπληρώνουν σε βάθος 20ετίας, αναπτύσσοντας διπλάσιο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ σε σχέση με την ισχύ που τους παρείχε το φθηνό ρεύμα της πρώτης τριετίας.
Στο ελληνικό σχήμα, το ιταλικό μοντέλο πλαισιωνόταν από την ενίσχυση των αποζημιώσεων μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης CO2. Η συνολική δέσμη παρεμβάσεων που είχε σχεδιάσει το ΥΠΕΝ αντιστοιχούσε σε έναν ετήσιο προϋπολογισμό της τάξης των 150 εκατ. ευρώ για μία τριετία.
Χωρίς την έγκριση της Κομισιόν, ωστόσο, οποιαδήποτε μονομερής εφαρμογή της πρότασης θα ισοδυναμούσε με ανοιχτή σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, γεγονός το οποίο θα προκαλούσε αναπόφευκτα της αντίδρασή τους. Επομένως, το ΥΠΕΝ στρέφεται πλέον στην επεξεργασία εναλλακτικών λύσεων, για την ελάφρυνση των ενεργοβόρων επιχειρήσεων από το κόστος ηλεκτρισμού.
Αυξημένοι πόροι από την αντιστάθμιση
Την ίδια στιγμή, το υπουργείο βάζει στο κάδρο τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον μηχανισμό αντιστάθμισης. Κι αυτό γιατί οι κατευθυντήριες δημιουργούν προϋποθέσεις για σημαντική ενίσχυση του οικονομικού οφέλους των βιομηχανιών – σε βαθμό που να καλύπτουν ένα σημαντικό μέρος (ή ακόμη και το σύνολο) της ελάφρυνσης που θα παρείχε η αρχική ελληνική πρόταση. Για να συμβεί αυτό, το ΥΠΕΝ πρόκειται να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αυτή τη φορά με επίκεντρο την αντιστάθμιση.
Όπως έχει γράψει το energypress, σε πρώτη ανάγνωση οι νέες κατευθυντήριες μειώνουν τα έσοδα των ελληνικών βιομηχανιών, αφού ο εθνικός συντελεστής εκπομπών CO2 για την ηλεκτροπαραγωγή μειώνεται από 0,73 τόνους CO2 ανά MWh σε 0,58 tCO2/MWh, δηλαδή κατά 25%. Ωστόσο, στις διεκδικήσεις του υπουργείου περιλαμβάνεται το να μην λαμβάνεται υπόψη το ανθρακικό αποτύπωμα αποκλειστικά του ελληνικού μίγματος ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και των όμορων, διασυνδεδεμένων αγορών, των οποίων το αποτύπωμα είναι σαφώς υψηλότερο.
Την ίδια στιγμή, οι νέες κατευθυντήριες δίνουν τη δυνατότητα ένταξης στον μηχανισμό και κλάδων που, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, δεν κινδυνεύουν από «διαρροή άνθρακα». Σε αυτό το πλαίσιο, το ΥΠΕΝ θα επιδιώξει να ενταχθούν οι τσιμεντοβιομηχανίες, αφού εκτός από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές εταιρείες, έρχονται σε ευθύ ανταγωνισμό με επιχειρήσεις σε γειτονικές χώρες –όπως η Τουρκία– όπου δεν επιβαρύνονται με δικαιώματα ρύπων.
Εξελίξεις στον άμεσο χρονικό ορίζοντα
Παράλληλα, για τους ήδη επιλέξιμους κλάδους, η ένταση ενίσχυσης αυξάνεται από 75% σε 80% του έμμεσου κόστους CO2, αναγνωρίζοντας τον αυξημένο κίνδυνο διαρροής άνθρακα λόγω των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Ένα θετικό στοιχείο που, αν γίνουν δεκτές οι δύο παραπάνω ελληνικές διεκδικήσεις και συνδυαστεί με αυτές, τότε οι πόροι προς τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις από τον μηχανισμό μπορούν να αυξηθούν αισθητά.
Μάλιστα, σύμφωνα με πηγές του ΥΠΕΝ, η αντιστάθμιση έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα, ενώ δεν θα μπλέξει τις επιλέξιμες εταιρείες με «ενεργειακά δάνεια» και την επιστροφή τους.
Την ίδια ώρα, το υπουργείο παρακολουθεί στενά και το μπρα-ντε-φερ άλλων κρατών-μελών με την Κομισιόν, για μεγαλύτερη ευελιξία στο CISAF. Από την έκβαση αυτών των δύο εκκρεμοτήτων θα κριθεί, τελικά, και τα επόμενα βήματα της ελληνικής στρατηγικής. Τα ίδια στελέχη σημειώνουν πως είναι θέμα μερικών εβδομάδων ώστε να ξεκαθαρίσει το τοπίο για την αντιστάθμιση και το CISAF.
Η πρώτη αντίδραση της βιομηχανίας
Πηγές πάντως της ενεργοβόρου βιομηχανίας εκτιμούν ότι είναι περιορισμένες οι δυνατότητες για μείωση του ενεργειακού κόστους, αποκλειστικά μέσω της αντιστάθμιση. Όπως δηλώνει ειδικότερα ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων:
«Θα περιμένουμε την επίσημη ενημέρωση για τις εξελίξεις στο ιταλικό μοντέλο και για τις νέες προτάσεις του υπουργείου για να τοποθετηθούμε συνολικά. Εάν όμως ευσταθούν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες, μιλάμε για ανατροπή των όσων σχεδιάζονταν επί τόσους μήνες ερήμην μας.
Πλην όμως η όποια εμπλοκή στην εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου δεν αιτιολογεί γιατί δεν προχωρούν αυτονόητα μέτρα, που θα μειώσουν το καθημερινό κόστος της βιομηχανίας
Πιο συγκεκριμένα γιατί, στην περίπτωση του ΕΤΜΕΑΡ, δεν αποδίδονται τα 17εκ/έτος που οφείλονται για το 2022 και εντεύθεν; Γιατί συνεχίζεται η λάθος χρέωση ΕΤΜΕΑΡ στη μέση τάση, με την επιβολή της ίδιας χρέωσης για επιλέξιμους και μη;
Παράλληλα, γιατί δεν ενισχύεται η ΡΑΕ, ώστε να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος της λειτουργίας της αγοράς και των αυξήσεων στο κόστος της αγοράς εξισορρόπησης; Τέλος, γιατί ενώ μπήκε σε λειτουργία η διασύνδεση με την Κρήτη και με τις Κυκλάδες, δεν μειώνονται τα ΥΚΩ, ενώ αυξάνεται η ΧΧΣ, καθώς οι βιομηχανιες δεν ευθύνονται για το έλλειμμα του ΕΛΥΚΩ;»