Αντωνόπουλος: AI, νέοι παίκτες και ανταγωνισμός θα κρίνουν τους «νικητές» στην αγορά ενέργειας
Η αγορά ενέργειας εισέρχεται σε μια φάση βαθιάς αναδιάρθρωσης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη, η αυξημένη πολυπλοκότητα και η είσοδος νέων παικτών αλλάζουν τα δεδομένα, με τη διαχείριση ενέργειας να εξελίσσεται σε κρίσιμο πεδίο ανταγωνισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το βασικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η προσαρμογή των εταιρειών, αλλά το ποιοι θα καταφέρουν τελικά να επικρατήσουν σε μια αγορά που ακόμη «γράφει» τους κανόνες της.
Αυτό υπογράμμισε ο Ηρόδοτος Αντωνόπουλος, πρόεδρος του ΕΣΕΠΗΕ, μιλώντας τη M. Δευτέρα το μεσημέρι στο 7ο Power & Gas Forum που διοργανώνει το energypress.gr στις 6 και 7 Απριλίου στην Αθήνα.
Από το παλιό μοντέλο σε μια αγορά υψηλής πολυπλοκότητας
Όπως ανέφερε, η διαχείριση ενέργειας δεν αφορά πλέον μόνο τις εταιρείες ηλεκτρισμού, αλλά ένα διευρυμένο οικοσύστημα, με την είσοδο μη παραδοσιακών παικτών και νέων επιχειρηματικών μοντέλων.
Η αγορά μεταβαίνει από ένα συγκεντρωτικό σύστημα με παθητικούς καταναλωτές σε ένα πιο αποκεντρωμένο περιβάλλον, όπου η κατανάλωση συμμετέχει ενεργά. Παράλληλα, η μετάβαση από κατακερματισμένες αγορές σε μια ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απομάκρυνση της κρατικής προστασίας, αυξάνει την έκθεση των συμμετεχόντων σε πραγματικούς όρους αγοράς.
Την ίδια στιγμή, το επίπεδο ρίσκου και πολυπλοκότητας έχει αυξηθεί σημαντικά, με τις τιμές να εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις και τα μοντέλα λειτουργίας να διαφοροποιούνται ριζικά σε σχέση με το παρελθόν.
AI και νέες τεχνολογίες αλλάζουν τους συσχετισμούς
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση παίζουν οι νέες τεχνολογίες και ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη, που –όπως σημείωσε– δίνει τη δυνατότητα ακόμη και σε μικρές ομάδες να εξελιχθούν σε ισχυρούς παίκτες.
Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλές εταιρείες που σήμερα δραστηριοποιούνται στον τομέα του energy optimization ξεκίνησαν από μικρούς πυρήνες με υψηλή τεχνογνωσία, αξιοποιώντας τις τεχνολογικές δυνατότητες για να αποκτήσουν θέση στην αγορά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση ενέργειας καθίσταται απαραίτητη και όχι απλώς μια επιλογή, ενώ, όπως τόνισε, η μεταφορά ευθύνης προς το κράτος δεν αποτελεί λύση.
Ανοιχτή αγορά και έντονος ανταγωνισμός σε φάση αναδιάρθρωσης
Ο κ. Αντωνόπουλος υπογράμμισε ότι η αγορά βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και ότι η ανάδειξη των «νικητών» θα προκύψει μέσα από μια διαδικασία έντονου ανταγωνισμού και αναδιάρθρωσης.
Όπως εξήγησε, σε πιο ώριμες αγορές, όπως η βρετανική στον τομέα των μπαταριών, ήδη καταγράφεται έντονο consolidation: πιο αποτελεσματικές εταιρείες με ισχυρότερα εργαλεία και δυνατότητα δημιουργίας αξίας απορροφούν τους υπόλοιπους, ενώ άλλες οδηγούνται εκτός αγοράς.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η διαδικασία αυτή βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, με βασικό εμπόδιο το ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο –όπως ανέφερε– λειτουργεί ανασταλτικά στην ανάπτυξη της αγοράς και ιδιαίτερα των επενδύσεων σε αποθήκευση ενέργειας.
Σε αυτό το περιβάλλον, τόνισε την ανάγκη να παραμείνει ανοιχτό το πεδίο του ανταγωνισμού, χωρίς πρόωρες παρεμβάσεις που θα επιχειρούν να «επιλέξουν» τους νικητές.
«Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από σήμερα ποιοι θα επικρατήσουν», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι ακόμη και νέοι παίκτες που μόλις εισήλθαν στην αγορά καταφέρνουν ήδη να αναπτύσσουν δραστηριότητα και να προσφέρουν υπηρεσίες με επιτυχία.
Το ζητούμενο, όπως υπογράμμισε, είναι να δοθεί χώρος σε όλους να δοκιμάσουν, ώστε μέσα από τη διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής» να αναδειχθούν οι πιο αποτελεσματικοί.
Το παράδειγμα των μπαταριών και το χαμένο έδαφος
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις μπαταρίες στην Ελλάδα, κάνοντας λόγο για χαμένη ευκαιρία, καθώς έργα που ήταν έτοιμα να λειτουργήσουν παρέμειναν ανενεργά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αντίθετα, σε άλλες χώρες όπως η Βουλγαρία, η παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στους επενδυτές οδήγησε σε ταχεία ανάπτυξη εγκατεστημένης ισχύος και στη δημιουργία ενός ευρύτερου οικοσυστήματος υπηρεσιών και τεχνολογιών.
Κλείνοντας, ο κ. Αντωνόπουλος επανέλαβε ότι ο ανταγωνισμός αποτελεί τον βασικό μηχανισμό βελτίωσης της αγοράς, καθώς ωθεί όλους τους συμμετέχοντες να αναβαθμίζουν τις υπηρεσίες τους και να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, προς όφελος της οικονομίας συνολικά.