Πετρέλαιο: Μήπως παρερμηνεύουμε το σοκ στη ζήτηση που προκάλεσε το Ορμούζ;
Λίγο μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν, διαμορφώθηκε μια ευρεία συναίνεση στην αγορά: η επικρατούσα εκτίμηση ήταν ότι, μετά από έναν σύντομο πόλεμο και μια απότομη άνοδο των τιμών, το πετρέλαιο θα επέστρεφε σύντομα σε επίπεδα κοντά στα προπολεμικά, ενώ η ζήτηση θα επανερχόταν στην προηγούμενη αναπτυξιακή της τάση μόλις το Στενό του Ορμούζ άνοιγε ξανά.
Οι περισσότεροι κορυφαίοι αναλυτές του ενεργειακού κλάδου κινήθηκαν στην ίδια γραμμή με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA). Κάθε μήνα, ο IEA δημοσιεύει την έκθεσή του για την αγορά πετρελαίου και, σύμφωνα με την έκθεση του Αυγούστου, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 4,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως το β' τρίμηνο του 2026 και κατά 2,8 βαρέλια ημερησίως το γ' τρίμηνο, πριν ανακάμψει με αύξηση 580.000 βαρελιών ημερησίως το δ' τρίμηνο του έτους.
Μέχρι σήμερα, και στην ομάδα του DNV Energy Transition Outlook λειτουργούσαμε με βάση αυτή την υπόθεση, όπως άλλωστε και η επιχειρηματική και πολιτική ηγεσία.
Ίσως, όμως, ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε ότι μπορεί όλοι να κάνουμε λάθος.
Οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν υποχωρήσει. Στα τέλη Φεβρουαρίου, η πιθανότητα μιας παρατεταμένης σύγκρουσης φαινόταν μικρή. Τώρα, τον Αύγουστο, όχι μόνο η σύγκρουση έχει ήδη διαρκέσει έξι μήνες, αλλά δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι οι εξαγωγές πετρελαίου από την περιοχή θα επιστρέψουν σύντομα στην κανονικότητα.
Η ζήτηση πετρελαίου υποχωρεί
Η παγκόσμια παραγωγή, οι τιμές και η ζήτηση πετρελαίου επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Οι παραγωγοί εκτός του Περσικού Κόλπου μπορούν, σε κάποιο βαθμό, να αυξήσουν την παραγωγή τους, ενώ μέρος των ποσοτήτων από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορεί να διοχετευθεί μέσω εναλλακτικών λιμανιών. Παράλληλα, τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου είναι σημαντικά και λειτουργούν ως κρίσιμο "μαξιλάρι" απέναντι σε μια διαταραχή της προσφοράς.
Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι πλήρως κλειστό, αλλά ούτε και λειτουργεί κανονικά. Παρ' όλα αυτά, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία κατά τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στην κατανάλωση πετρελαίου ολόκληρης της Ιαπωνίας.
Το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου καταναλώνεται στις μεταφορές. Στην Ασία καταγράφεται σημαντική υποχώρηση της ζήτησης στις οδικές μεταφορές, ενώ και στις ΗΠΑ παρατηρείται μέτρια μείωση, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενθαρρύνουν τους καταναλωτές να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους.
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις είναι ακόμη πιο σημαντικές. Οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου μετά την κρίση στο Ορμούζ φαίνεται να επιταχύνουν τη μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα. Οι πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων στις λεγόμενες "νέες αγορές" —δηλαδή εκτός Κίνας, Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής— αυξήθηκαν κατά 97% τον Ιούλιο σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους.
Παράλληλα, η χρήση πετρελαίου ως πρώτης ύλης για την παραγωγή πετροχημικών, ιδίως στην Κίνα, έχει υποχωρήσει ελαφρώς.
Μια παρατεταμένη περίοδος μειωμένης προσφοράς και υψηλών τιμών πετρελαίου είναι πιθανό να ενισχύσει περαιτέρω αυτές τις τάσεις.
Στη ναυτιλία και τις αερομεταφορές, οι ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις μεγάλης κλίμακας παραμένουν περιορισμένες. Ωστόσο, η ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια αναψυχής είναι σε κάποιο βαθμό ευαίσθητη στις τιμές.
Στις οδικές μεταφορές, η υπερπροσφορά μπαταριών και η αυξημένη παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων στην Κίνα αναμένεται να επιταχύνουν τη διείσδυση των EV σε πολλές χώρες, αν και οι υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας και φόρτισης θα εξακολουθήσουν να αποτελούν πρόκληση σε ορισμένες περιοχές.
Παράλληλα, η μετάβαση από το πετρέλαιο στον άνθρακα στη χημική παραγωγή έχει ήδη ξεκινήσει σε ορισμένες αγορές και ενδέχεται να συνεχιστεί.
Η επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ θα απομακρύνει μια σημαντική πηγή αβεβαιότητας από την αγορά. Ωστόσο, η έλλειψη ντίζελ αποτελεί πλέον τόσο ζήτημα αποθεμάτων όσο και πρόβλημα προσφοράς αργού πετρελαίου. Αυτό υποδηλώνει ότι οι υψηλότερες τιμές ενδέχεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν τις μεταφορές και τη βιομηχανία για αρκετούς ακόμη μήνες.
Τα διδάγματα από προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις
Η ιστορία καταδεικνύει τη στενή σχέση μεταξύ των παρατεταμένων περιορισμών στην προσφορά και της μόνιμης μείωσης της ζήτησης.
Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται σε πολλούς κλάδους και συχνά περιγράφεται ως "αντικατάσταση υλικών".
Χαρακτηριστικό παράδειγμα στον ενεργειακό τομέα αποτελεί η διαρθρωτική μείωση της ζήτησης πετρελαίου μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979. Οι κρίσεις αυτές οδήγησαν σε μόνιμες αλλαγές, μεταξύ άλλων μέσω αυστηρότερων προτύπων ενεργειακής απόδοσης και της αντικατάστασης της ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο πετρέλαιο.
Αντίστοιχη διαρθρωτική επίδραση είχε και η πιο πρόσφατη κρίση φυσικού αερίου στην Ευρώπη το 2022, επιταχύνοντας τη μετάβαση της περιοχής μακριά από τις εισαγόμενες ενεργειακές πηγές.
Η επέκταση των επιθέσεων εναντίον του Ιράν σε μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση της ευπάθειας των βασικών διαδρομών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Και όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η μείωση της ζήτησης πετρελαίου να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις και απειλές των υποστηριζόμενων από το Ιράν Χούθι κατά μήκος του στενού Μπαμπ αλ-Μαντέμπ επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση και καθιστούν ακόμη λιγότερο πιθανή μια ταχεία επιστροφή στην κανονικότητα.
Μια βραχυπρόθεσμη άνοδος των τιμών οδηγεί κυρίως σε προσωρινές αλλαγές στη συμπεριφορά —όπως ο περιορισμός της χρήσης αυτοκινήτου ή των αεροπορικών ταξιδιών— ή σε αναβολή της ζήτησης, όπως συμβαίνει στην παραγωγή πετροχημικών.
Όταν, όμως, η αύξηση των τιμών αποκτά πιο μόνιμο χαρακτήρα, οι επιπτώσεις είναι διαφορετικές: προκαλεί διαρθρωτικές και μόνιμες αλλαγές στην οικονομία και στη συμπεριφορά των καταναλωτών και των επιχειρήσεων.
Στην έκθεσή μας Energy Transition Outlook, η οποία θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο, επιχειρούμε να προβλέψουμε την πιθανότερη εξέλιξη της μελλοντικής προσφοράς και ζήτησης πετρελαίου.
Κατά τη στιγμή της σύνταξης της έκθεσης, το βασικό μας σενάριο περιλαμβάνει μια κρίση μέτριας διάρκειας στη Μέση Ανατολή.
Όλα τα κράτη, οι οργανισμοί, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα πρέπει πάντως να λάβουν υπόψη τον αυξημένο κίνδυνο μιας παρατεταμένης κρίσης στο Στενό του Ορμούζ — και, μαζί με αυτόν, την αυξημένη πιθανότητα η μείωση της ζήτησης πετρελαίου να μην είναι απλώς προσωρινή, αλλά να εξελιχθεί σε μια μόνιμη διαρθρωτική αλλαγή.
(του Sverre Alvik, forbes, capital.gr)