Αιολικά: ο «χαμένος κρίκος» της ενεργειακής μετάβασης στη ΝΑ Ευρώπη - Σε πλεονεκτική θέση η Ελλάδα ανάμεσα στις υπόλοιπες χώρες
Η νέα δοκιμασία που περνά το ηλεκτρικό σύστημα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αυτό το καλοκαίρι αναδεικνύει με τον πλέον εμφατικό τρόπο ένα από τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα της περιοχής: την εντυπωσιακή υστέρηση στην ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας. Και παράλληλα αναδεικνύει την Ελλάδα σε σαφή εξαίρεση, καθώς με εγκατεστημένη ισχύ άνω των 6 GW συγκεντρώνει μόνη της σχεδόν το 46% των αιολικών εγκαταστάσεων σε 14 χώρες της ευρύτερης περιοχής.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό τις συνθήκες του φετινού καλοκαιριού. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν κατακόρυφα τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για κλιματισμό, ενώ η παρατεταμένη ξηρασία περιορίζει την υδροηλεκτρική παραγωγή και δημιουργεί προβλήματα ακόμη και στη λειτουργία πυρηνικών μονάδων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ταχεία ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και των μπαταριών στη Βουλγαρία, αλλά και των φωτοβολταϊκών και αιολικών στην Ελλάδα, λειτουργεί ως κρίσιμο ανάχωμα στις πιέσεις που δέχεται το περιφερειακό ηλεκτρικό σύστημα.
Ωστόσο, εάν απομονωθεί η εικόνα των αιολικών, η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από μεγάλο μέρος της ΝΑ Ευρώπης είναι εντυπωσιακή.
Η Ελλάδα στα 6.017 MW
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που αποτυπώνονται στον χάρτη εγκατεστημένης αιολικής ισχύος των χωρών CESEC –χωρίς Αυστρία, Ιταλία και Ουκρανία– η συνολική ισχύς των 14 χωρών ανέρχεται σε 13.231 MW ή περίπου 13,2 GW.
Από αυτά, τα 6.017 MW βρίσκονται στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένα στα δύο MW αιολικής ισχύος της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης είναι εγκατεστημένο στην ελληνική αγορά.
Στη δεύτερη θέση, αλλά σε μεγάλη απόσταση, βρίσκεται η Ρουμανία με 3.185 MW, ενώ ακολουθούν η Κροατία με 1.300 MW και η Σερβία με 836 MW. Η Βουλγαρία διαθέτει μόλις 706 MW, παρά την ταχύτατη ανάπτυξη που καταγράφει τα τελευταία χρόνια στα φωτοβολταϊκά και κυρίως στις μπαταρίες.
Ακόμη χαμηλότερα βρίσκονται η Ουγγαρία με 330 MW, η Μολδαβία με 247 MW, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη με 244 MW, το Κόσοβο με 137 MW, το Μαυροβούνιο με 118 MW και η Βόρεια Μακεδονία με 103 MW. Στα άκρα της κατάταξης, Σλοβακία και Σλοβενία διαθέτουν μόλις 4 MW η καθεμία, ενώ η Αλβανία εμφανίζεται με μηδενική εγκατεστημένη αιολική ισχύ.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν μια τεράστια ανισορροπία. Η Ελλάδα διαθέτει μεγαλύτερη αιολική ισχύ από όλες τις υπόλοιπες 13 χώρες μαζί, οι οποίες αθροίζουν περίπου 7,2 GW.
Μια ολόκληρη περιοχή όσο η Πορτογαλία ή η Δανία
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Εξαιρουμένης της Ελλάδας, το σύνολο της αιολικής ισχύος των χωρών της περιοχής είναι συγκρίσιμο με την εγκατεστημένη ισχύ που διαθέτει μόνη της μια χώρα όπως η Πορτογαλία ή η Δανία και περίπου στο μισό των επιπέδων που έχουν φτάσει αγορές όπως η Πολωνία ή η Ολλανδία.
Βεβαίως, μέρος της ισχύος στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης αφορά υπεράκτια αιολικά πάρκα, κάτι που διαφοροποιεί τη σύγκριση. Ακόμη και έτσι όμως, το χάσμα παραμένει εξαιρετικά μεγάλο.
Και το παράδοξο είναι ότι η υστέρηση της ΝΑ Ευρώπης δεν οφείλεται στην έλλειψη αιολικού δυναμικού. Αντίθετα, αρκετές χώρες της περιοχής διαθέτουν σημαντικούς αιολικούς πόρους, ενώ υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον και διαθέσιμα κεφάλαια για την ανάπτυξη νέων έργων.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Το πρόβλημα είναι οι άδειες και τα δίκτυα
Οι σημαντικότερες δυσκολίες είναι θεσμικές: χρονοβόρες και συχνά απρόβλεπτες διαδικασίες αδειοδότησης, περιορισμοί που δεν συνδέονται πάντοτε με τεχνικά ή περιβαλλοντικά δεδομένα, ανεπαρκής σχεδιασμός των ηλεκτρικών δικτύων, καθυστερήσεις στις επενδύσεις για νέες γραμμές και διασυνδέσεις και έλλειψη σταθερών πολιτικών σημάτων προς τους επενδυτές.
Σε ορισμένες αγορές προστίθενται προβλήματα διοικητικής επάρκειας και διαφάνειας, τα οποία μπορούν να κρατήσουν ώριμα επενδυτικά σχέδια επί χρόνια μακριά από την κατασκευή.
Μέχρι πρόσφατα, οι συγκεκριμένες καθυστερήσεις αντιμετωπίζονταν πρωτίστως ως εμπόδιο στην επίτευξη των κλιματικών στόχων. Οι συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία καλοκαίρια στη ΝΑ Ευρώπη δείχνουν, όμως, ότι το ζήτημα έχει πλέον διαφορετικές διαστάσεις.
Η έλλειψη επαρκούς αιολικής παραγωγής περιορίζει την ικανότητα των χωρών να αντιμετωπίσουν περιόδους ξηρασίας, αυξάνει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και ενισχύει την έκθεσή τους στις μεγάλες διακυμάνσεις των χονδρεμπορικών τιμών.
Γιατί δεν αρκούν τα φωτοβολταϊκά
Η μεγάλη ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας αποτελεί ασφαλώς θετική εξέλιξη για την περιοχή. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί μια ολοένα πιο έντονη συγκέντρωση της παραγωγής στις μεσημεριανές ώρες.
Τα φωτοβολταϊκά αποδίδουν περισσότερο κατά τη διάρκεια της ημέρας και ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. Τα αιολικά μπορούν να παράγουν σε διαφορετικές ώρες του 24ώρου και σε διαφορετικές εποχές του έτους. Ακριβώς αυτή η διαφορετικότητα των δύο τεχνολογιών είναι που καθιστά την αιολική ενέργεια κρίσιμο συμπλήρωμα των φωτοβολταϊκών.
Σε συνδυασμό με τις μπαταρίες και τις ισχυρότερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ένα πιο ισορροπημένο μείγμα ΑΠΕ μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και τα υδροηλεκτρικά, να μειώσει την έκθεση στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών καυσίμων και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του συστήματος σε ακραίες καιρικές συνθήκες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη ΝΑ Ευρώπη, όπου τα τελευταία χρόνια γίνεται εμφανές ότι η ξηρασία μπορεί να μετατραπεί σε σημαντικό ενεργειακό κίνδυνο. Όταν μειώνεται ταυτόχρονα η παραγωγή υδροηλεκτρικών μονάδων σε πολλές χώρες, η δυνατότητα κάλυψης των ελλειμμάτων μέσω διασυνοριακών εισαγωγών περιορίζεται, με αποτέλεσμα οι πιέσεις στις τιμές να μεταδίδονται γρήγορα από τη μία αγορά στην άλλη.
Δεν χρειάζονται απαραίτητα νέες επιδοτήσεις
Η επιτάχυνση των επενδύσεων στα αιολικά δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη έναν νέο κύκλο γενναιόδωρων επιδοτήσεων. Το βασικό ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε τα έργα που ήδη διαθέτουν επενδυτικό ενδιαφέρον να μπορούν πράγματι να φτάσουν στην κατασκευή.
Αυτό σημαίνει ταχύτερες και προβλέψιμες αδειοδοτήσεις, έγκαιρο σχεδιασμό και ανάπτυξη των δικτύων, σαφείς κανόνες χωροθέτησης και μεγαλύτερη επενδυτική βεβαιότητα. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο, ώστε η επιτάχυνση των αιολικών στη ΝΑ Ευρώπη να αντιμετωπιστεί όχι απλώς ως μέρος της πράσινης ατζέντας αλλά και ως πολιτική ενεργειακής ασφάλειας.
Το μήνυμα των αριθμών είναι τελικά απλό. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη διαθέτει τον άνεμο, διαθέτει τα κεφάλαια και διαθέτει επενδυτές. Αυτό που δεν διαθέτει ακόμη είναι την απαιτούμενη ταχύτητα και θεσμική ικανότητα για να μετατρέψει αυτά τα πλεονεκτήματα σε λειτουργούντα αιολικά πάρκα.
Και όσο η ζήτηση ηλεκτρισμού αυξάνεται, οι καύσωνες και οι ξηρασίες γίνονται συχνότεροι και η περιοχή παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου, το κόστος αυτής της καθυστέρησης γίνεται ολοένα μεγαλύτερο. Τα αιολικά δεν αποτελούν πλέον μόνο εργαλείο απανθρακοποίησης. Εξελίσσονται στον κρίσιμο «χαμένο κρίκο» για ένα ασφαλέστερο, ανθεκτικότερο και φθηνότερο ηλεκτρικό σύστημα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.