Μπαίνει στο ευρωπαϊκό «χρηματιστήριο ρύπων» η ενεργειακή διαχείριση απορριμμάτων – Τι αλλάζει και τι σημαίνει για την Ελλάδα
Νέους όρους στο κόστος της ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων βάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε οι μεγάλες μονάδες καύσης να πληρώνουν σταδιακά για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που παράγουν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της νέας αναθεώρησης του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS), προτείνει την ένταξη των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης μη επικίνδυνων αποβλήτων στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο άνθρακα. Πρόκειται για μια αλλαγή που μπορεί να επηρεάσει τα οικονομικά δεδομένα των μονάδων waste-to-energy σε ολόκληρη την Ευρώπη και αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία σχεδιάζει τώρα το δικό της δίκτυο ενεργειακής αξιοποίησης απορριμμάτων.
Η πρόταση της Κομισιόν παρουσιάστηκε στις 17 Ιουλίου 2026 και καλύπτει μονάδες αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης μη επικίνδυνων αποβλήτων δυναμικότητας άνω των 3 τόνων ανά ώρα. Πρόκειται ουσιαστικά για το μέγεθος στο οποίο εμπίπτει το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικής κλίμακας εγκαταστάσεων διαχείρισης αστικών αποβλήτων.
Μέχρι σήμερα, από την 1η Ιανουαρίου 2024, οι μονάδες αποτέφρωσης αστικών αποβλήτων άνω των 20 MW έχουν υποχρέωση παρακολούθησης και αναφοράς των εκπομπών τους στο ETS, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένες να αγοράζουν και να παραδίδουν δικαιώματα για τις συγκεκριμένες εκπομπές.
Πότε αρχίζει η πληρωμή για τις εκπομπές
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά το χρονοδιάγραμμα. Η προηγούμενη αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας προέβλεπε ότι η Επιτροπή θα εξέταζε έως τις 31 Ιουλίου 2026 τη δυνατότητα ένταξης της αποτέφρωσης αστικών αποβλήτων στο ETS, με ορίζοντα έναρξης το 2028.
Η νέα πρόταση της Κομισιόν επιλέγει τελικά αρκετά πιο αργή μετάβαση.
Εφόσον εγκριθεί ως έχει, η υποχρέωση αγοράς και παράδοσης δικαιωμάτων θα ξεκινήσει το 2031 και θα αυξάνεται σταδιακά:
-το 2031 θα καλύπτεται με δικαιώματα το 25% των επαληθευμένων εκπομπών,
-το 2032 το 50%,
-το 2033 το 75%,
και από το 2034 το 100% των εκπομπών.
Το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα έχει ήδη παρουσιαστεί από την Κομισιόν στο Συμβούλιο στο πλαίσιο της επεξεργασίας της νέας οδηγίας. Με απλά λόγια, από το 2034 μια εγκατάσταση που εκπέμπει ένα εκατομμύριο τόνους CO2 που εμπίπτουν στο ETS θα πρέπει, υπό το προτεινόμενο καθεστώς, να διαθέτει αντίστοιχο αριθμό δικαιωμάτων εκπομπής. Το τελικό οικονομικό βάρος θα εξαρτάται φυσικά από την τιμή των δικαιωμάτων άνθρακα εκείνη την περίοδο.
Γιατί η Κομισιόν βάζει την καύση στο ETS
Η ευρωπαϊκή λογική είναι ότι η αποτέφρωση δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως δραστηριότητα χωρίς κόστος άνθρακα, ιδιαίτερα λόγω των εκπομπών που προέρχονται από την καύση ορυκτού άνθρακα που βρίσκεται μέσα στα απόβλητα, κυρίως στα πλαστικά.
Σύμφωνα με την εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση της Επιτροπής, η ένταξη της αποτέφρωσης αστικών αποβλήτων στο ETS εκτιμάται ότι μπορεί να μειώσει σωρευτικά τις εκπομπές του κλάδου κατά περίπου 53 εκατ. τόνους CO2 την περίοδο 2031-2040, δηλαδή περίπου κατά 22% έναντι του σεναρίου χωρίς την αλλαγή.
Η τιμολόγηση του άνθρακα δημιουργεί παράλληλα ένα οικονομικό αντικίνητρο για την καύση υλικών που θα μπορούσαν να ανακυκλωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν και επομένως επιχειρεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή «ιεραρχία αποβλήτων», στην οποία η πρόληψη και η ανακύκλωση προηγούνται της ενεργειακής αξιοποίησης.
Οι εξαιρέσεις που παραμένουν στο τραπέζι
Η πρόταση δεν προβλέπει πάντως ενιαία εφαρμογή χωρίς εξαιρέσεις. Τα κράτη-μέλη θα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να ζητούν εξαίρεση όταν εφαρμόζουν ισοδύναμα μέτρα για τον περιορισμό των εκπομπών και την επίτευξη των στόχων διαχείρισης αποβλήτων. Παράλληλα προβλέπεται ειδική παρέκκλιση για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές της ΕΕ έως το τέλος του 2035.
Στο ίδιο πακέτο προβλέπεται και μεγαλύτερη δυνατότητα αξιοποίησης των εσόδων του ETS από τα κράτη - μέλη για δράσεις των τοπικών αρχών που οδηγούν τα απόβλητα προς τις υψηλότερες βαθμίδες της ιεραρχίας, δηλαδή κυρίως προς πρόληψη, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση.
Τι ακολουθεί πριν γίνει νόμος
Η ημερομηνία του 2031 δεν αποτελεί ακόμη οριστικά ψηφισμένο ευρωπαϊκό κανόνα. Η Κομισιόν έχει καταθέσει νομοθετική πρόταση, η οποία βρίσκεται πλέον στην κανονική ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία. Το σχέδιο, με κωδικό 2026/0212(COD), πρέπει να εξεταστεί και να συμφωνηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Τα δύο θεσμικά όργανα μπορούν επομένως να αλλάξουν τόσο το χρονοδιάγραμμα όσο και τις εξαιρέσεις πριν διαμορφωθεί το τελικό κείμενο.
Οι συζητήσεις στο Συμβούλιο έχουν ήδη ξεκινήσει: η πρόταση παρουσιάστηκε στην Ομάδα Εργασίας Περιβάλλοντος στις 20 Ιουλίου 2026. Θα ακολουθήσουν οι θέσεις Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στη συνέχεια η διαπραγμάτευση για το τελικό κείμενο.
Αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια θα είναι κρίσιμα όχι για το αν η καύση αποβλήτων θα αποκτήσει κόστος άνθρακα - η κατεύθυνση πλέον είναι σαφής - αλλά για το πόσο γρήγορα και με πόσες εξαιρέσεις θα εφαρμοστεί.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ευρωπαϊκή αλλαγή έρχεται ακριβώς την περίοδο κατά την οποία διαμορφώνεται το νέο εγχώριο μοντέλο ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων.
Το ελληνικό σχέδιο προβλέπει την ανάπτυξη έξι μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης, με συνολικό επενδυτικό κόστος που έχει εκτιμηθεί άνω του 1 δισ. ευρώ. Ο σχεδιασμός συνδέεται με την αξιοποίηση των υπολειμμάτων που θα παράγονται από τις μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων και με τον εθνικό στόχο δραστικού περιορισμού της ταφής.
Η σχετική Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το 2025, η οποία παρατάθηκε έως τις 17 Οκτωβρίου 2025, ενώ τον Μάιο του 2026 το ΥΠΕΝ ανέφερε ότι η ΣΜΠΕ βρίσκεται στην τελική ευθεία προς έγκριση, με αλλαγές μεταξύ άλλων στη διαστασιολόγηση των μονάδων.
Η ευρωπαϊκή πρόταση επομένως εισάγει έναν νέο παράγοντα στο οικονομικό μοντέλο των ελληνικών έργων. Μονάδες οι οποίες σχεδιάζονται σήμερα με λειτουργικό ορίζοντα δεκαετιών είναι πολύ πιθανό να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον στο οποίο η καύση του ορυκτού κλάσματος των απορριμμάτων θα έχει σαφή τιμή άνθρακα.
Αυτό σημαίνει ότι στους οικονομικούς υπολογισμούς των νέων επενδύσεων θα πρέπει πλέον να συνυπολογίζεται και το μελλοντικό κόστος αγοράς δικαιωμάτων ETS. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό πλαστικών και άλλων υλικών ορυκτής προέλευσης στο καύσιμο των μονάδων, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η έκθεσή τους στο κόστος CO2.
Ταυτόχρονα όμως δημιουργείται και ένα ισχυρότερο κίνητρο για καλύτερη διαλογή και ανακύκλωση πριν τα υπολείμματα φθάσουν στις μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης. Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή αλλαγή κάνει ακόμη πιο κρίσιμη τη σωστή διαστασιολόγηση των έξι ελληνικών μονάδων: εάν σχεδιαστούν για πολύ μεγάλες ποσότητες αποβλήτων, μπορεί στο μέλλον να χρειάζονται καύσιμο το οποίο θα γίνεται σταδιακά ακριβότερο λόγω του ETS.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα ενδιαφέρον χρονικό σταυροδρόμι. Οι νέες εγκαταστάσεις που σχεδιάζονται σήμερα πιθανότατα θα μπαίνουν σε λειτουργία κοντά στην περίοδο κατά την οποία, βάσει της πρότασης της Κομισιόν, θα αρχίσει και η τιμολόγηση των εκπομπών τους. Το 2031 - 2034 επομένως μετατρέπεται σε κρίσιμη περίοδο όχι μόνο για την ευρωπαϊκή πολιτική αποβλήτων αλλά και για τη βιωσιμότητα του ελληνικού σχεδιασμού.
(Αναδημοσίευση από το insider.gr)