Η Νέα Ενεργειακή Αρχιτεκτονική της Ευρώπης: Η Δίδυμη Μετάβαση και ο Ηγετικός Ρόλος του Ομίλου ΔΕΗ
Η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βιώνει μια δομική αλλαγή τα τελευταία 15 χρόνια, η οποία ανατρέπει οριστικά τις παραδοχές ενός ολόκληρου αιώνα. Η παραδοσιακή ιδέα των «μονάδων βάσης» (baseload) που βασιζόταν στην καύση ορυκτών καυσίμων έχει κλείσει τον ιστορικό της κύκλο. Το παλιό αυτό μοντέλο παρουσιάζει πλέον μια διπλή, μη βιώσιμη ευπάθεια: από τη μία πλευρά, η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο, εκθέτουν την ήπειρο σε έντονους γεωπολιτικούς κινδύνους και ακραίες διακυμάνσεις τιμών. Από την άλλη πλευρά, τα εγχώρια ορυκτά καύσιμα, όπως ο λιγνίτης, επιβαρύνονται με το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (EU ETS, CO2), καθιστώντας τη λειτουργία τους οικονομικά ασύμφορη.
Την ίδια στιγμή, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) αποτελούν την πιο οικονομική επιλογή για την προσθήκη νέας ισχύος σχεδόν σε όλο τον κόσμο, χάρη στην τεχνολογική πρόοδο και τις οικονομίες κλίμακας. Επιπλέον, τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά ξεπερνούν ολοένα και περισσότερο σε ανταγωνιστικότητα το λειτουργικό κόστος των υφιστάμενων σταθμών ορυκτών καυσίμων, και όχι μόνο των νέων έργων. Αυτή η στροφή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη σε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης.
Η άρση της οικονομικής ασυμμετρίας και της υψηλής γεωπολιτικής εξάρτησης, είναι μονόδρομος για τη μακροοικονομική σταθερότητα της Ευρώπης. Το νέο σύστημα που αναδύεται χτίζεται γύρω από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, με τις τεχνολογίες ευελιξίας (μπαταρίες, ευέλικτα φυσικά αέρια και αντλησιοταμιευτικά) και τις ισχυρές διασυνοριακές διασυνδέσεις να αποτελούν τα κρίσιμα κομμάτια του παζλ.
Η ανάγκη για αυτή τη μετάβαση γίνεται πιο έντονη από τη μεταβολή των κλιματικών συνθηκών. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, οι ξηρασίες και τα έντονα καιρικά φαινόμενα δεν αποτελούν πλέον «ακραίες» ή παροδικές εξαιρέσεις αλλά την νέα πραγματικότητα. Η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί περιόδους μεταβλητότητας στην ενεργειακή αγορά όπως ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ που οδηγούν σε αρνητικές/μηδενικές τιμές και αναγκαστικές περικοπές καθώς και ώρες έλλειψης ανέμου ή/και ηλιοφάνειας. Η απάντηση σε αυτές τις πιέσεις είναι η θωράκιση του συστήματος με σύγχρονα εργαλεία ευελιξίας.
Σε αυτό το περιβάλλον η στρατηγική του Ομίλου ΔΕΗ να αντικαταστήσει ένα παλιό και μη αποδοτικό baseload με ένα δυναμικό μείγμα 7,2GW AΠΕ, το οποίο θα φτάσει τα 18,8GW το 2030 και υποστηρίζεται από μεγάλης κλίμακας συστήματα ευελιξίας, συμπεριλαμβανομένων των μπαταριών, αποτελεί μια επιχειρηματική απόφαση που βασίζεται σε οικονομικά δεδομένα. Αυτή η ευελιξία επιτρέπει στο σύστημα να απορροφά τους κραδασμούς της στοχαστικότητας των ΑΠΕ και των κλιματικών πιέσεων, διατηρώντας την ευστάθεια του δικτύου περιορίζοντας την υψηλή χρήση εισαγόμενων καυσίμων στις Ευρωπαϊκές αγορές.
Η τοπική ευελιξία όμως έχει περιορισμένη αξία αν παραμείνει απομονωμένη. Η ολοκλήρωση και επιτυχία της ευρωπαϊκής αγοράς εξαρτάται από την διασυνδεσιμότητα. Κανένα εθνικό δίκτυο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του τις νέες προκλήσεις. Η υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Πακέτου για τα Δίκτυα (EU Grid Package) είναι ο θεσμικός καταλύτης που χρειαζόμαστε. Μέσω της ενίσχυσης των εθνικών και διασυνοριακών δικτύων μπορούμε να μεταφέρουμε το πράσινο πλεόνασμα εκεί που υπάρχει ζήτηση σε πραγματικό χρόνο, εξισορροπώντας τις γεωγραφικές ασυμμετρίες της ηπείρου και μειώνοντας το συνολικό κόστος του συστήματος.
Πάνω σε αυτή τη βασική υποδομή, η Ευρώπη καλείται να υλοποιήσει το ψηφιακό σκέλος της μετάβασης, διασφαλίζοντας την τεχνολογική της κυριαρχία (sovereignty). Η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και η ψηφιοποίηση της οικονομίας, συνεπάγεται την ανάγκη για δημιουργία data centers μεγάλης κλίμακας στην ήπειρο. Οι διεθνείς hyperscalers αναζητούν υποδομές με εγγυημένη ενέργεια, υψηλή αξιοπιστία και χαμηλό χρόνο απόκρισης.
Η πρόκληση για τον κλάδο μας είναι να υποδεχθεί αυτή τη νέα ζήτηση χωρίς να επιβαρυνθούν οι τελικοί καταναλωτές. Η ανάπτυξη των data centers πρέπει να γίνει με τρόπο που δεν θα μετακυλήσει το κόστος στη λιανική αγορά, αλλά θα αξιοποιεί συνέργειες και οικονομίες κλίμακας.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα της «Δίδυμης Μετάβασης», της ταυτόχρονης ενεργειακής και ψηφιακής εξέλιξης, ο Όμιλος ΔΕΗ αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή της Κεντρικής και ΝΑ Ευρώπης. Στο πλαίσιο του Στρατηγικού Σχεδίου 2026-2030, ο Όμιλος ΔΕΗ απαντά σε αυτές τις ανάγκες με ένα επενδυτικό πρόγραμμα ύψους €24,2 δισεκατομμυρίων. Στοχεύουμε σε εγκατεστημένη ισχύ καθαρής και ευέλικτης ενέργειας 24,3 GW έως το 2030, με το 45% αυτής να αναπτύσσεται εκτός Ελλάδας, κυρίως στη Ρουμανία και σε αγορές της Κεντρικής και ΝΑ Ευρώπης. Αυτή η γεωγραφική διασπορά λειτουργεί ως φυσικό αντίδοτο κινδύνου, αμβλύνοντας τις τοπικές διακυμάνσεις των τιμών προς όφελος των 8,5 εκατομμυρίων πελάτων μας.
Η στρατηγική μας για την ψηφιακή ανάπτυξη χωρίς επιβάρυνση των καταναλωτών αποτυπώνεται στο data center 300MW που σχεδιάζουμε στη Δυτική Μακεδονία (Κοζάνη), μια επένδυση ύψους €1,2 δισεκατομμυρίων με ορίζοντα επέκτασης της ισχύος έως 1 GW. Αντί για τη δημιουργία νέων, κοστοβόρων υποδομών, αξιοποιούμε το υφιστάμενο δίκτυο των παλαιών σταθμών παραγωγής. Με τον τρόπο αυτό, προσφέρουμε απευθείας σύνδεση με καθαρή και ευέλικτη ενέργεια στην πηγή ενώ παράλληλα μετατρέπουμε μια περιοχή μετάβασης σε σύγχρονο τεχνολογικό κόμβο.
Συμπερασματικά, η επόμενη φάση της ευρωπαϊκής ανάπτυξης βασίζεται στην ενεργειακή ασφάλεια και την ψηφιακή αυτονομία. Το πλάνο του Ομίλου ΔΕΗ για EBITDA €4,6 δισεκατομμυρίων έως το 2030 επιβεβαιώνει τη βιωσιμότητα αυτού του μοντέλου. Σε ευθυγράμμιση με τις Ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, συμμετέχουμε στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και ανθεκτικού ενεργειακού περιβάλλοντος, ικανού να στηρίξει τις αναπτυξιακές και ψηφιακές ανάγκες της Ευρώπης.
____________
Η Έλενα Γιαννακοπούλου είναι Γενική Διευθύντρια Στρατηγικής του Ομίλου ΔΕΗ.
To άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2026 που εξέδωσε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress.

