Άρθρο Γ. Μανιάτη στο Energypress: Η ενέργεια και το μεγάλο στοίχημα της ευρωπαϊκής οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας
Τον περασμένο Ιούνιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε ένα νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων, το επονομαζόμενο CISAF (Clean Industrial Deal State Aid Framework), που επιδιώκει να βοηθήσει τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν την ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας, την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας και τις καθαρές τεχνολογίες. Πέρα από τις σοβαρές επιφυλάξεις για το εάν το CISAF θα επιτύχει τους διακηρυγμένους στόχους του, αξιοσημείωτο είναι ότι στο τμήμα που αφορά τις ενεργοβόρες βιομηχανίες η Επιτροπή προβαίνει σε μια βαρυσήμαντη διαπίστωση αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Έως ότου η απανθρακοποίηση του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης μεταφραστεί πλήρως σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, οι βιομηχανίες εντός της Ένωσης θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους σε δικαιοδοσίες με λιγότερο φιλόδοξες πολιτικές για το κλίμα».
Η Επιτροπή, αναγνωρίζει λοιπόν ότι η σταδιακή διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες προσαρμογές σε δίκτυα, αποθήκευση, διαχείριση ζήτησης κτλ, φαίνεται να δημιουργούν μια τάση αργής μείωσης των τιμών ενέργειας, που σε κάθε περίπτωση όμως θα είναι υψηλότερες από εκείνες που πληρώνουν οι κύριοι ανταγωνιστές μας (ΗΠΑ, Κίνα, ΝΑ Ασία). Σύμφωνα με αυτό τον σχεδιασμό, εντός της επόμενης δεκαετίας η πληθώρα των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση των επενδύσεων στις ενεργειακές υποδομές, θα αρχίσει να καθορίζει περισσότερες ώρες της ημέρας τις τιμές χονδρικής οδηγώντας σε μια δραστική διαρθρωτική μείωση των τιμών, ενώ μόνο όταν η ΕΕ θα έχει μεταβεί σε ένα πλήρως απανθρακοποιημένο μείγμα, οι τιμές στην ΕΕ θα είναι χαμηλότερες των άλλων οικονομιών, δεδομένου του πολύ χαμηλού μεταβλητού κόστους των ΑΠΕ.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η ίδια η προσπάθεια περαιτέρω διείσδυσης των ΑΠΕ, τα πρώτα χρόνια, αυξάνει το συνολικό κόστος λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος, άρα τις τιμές, αφού απαιτεί ακριβές επενδύσεις (δίκτυα, αποθήκευση), αλλά και κίνητρα για τον περιορισμό χρήσης των ορυκτών καυσίμων, όπως το ETS για εκπομπές CO2 εντός ΕΕ και το CBAM, για εκπομπές CO2 που προκαλούνται από την παραγωγή των εισαγόμενων προϊόντων στις χώρες προέλευσής τους, που με τη σειρά τους αντίστοιχα είτε αυξάνουν εκ νέου τις ευρωπαϊκές τιμές ενέργειας και το κόστος παραγωγής στη βιομηχανία, είτε το κόστος των εισαγόμενων προϊόντων (που για πολλές επιχειρήσεις τις ΕΕ κάποια από αυτά αποτελούν ενδιάμεσα προϊόντα).
Κανείς δεν αμφιβάλει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να επιδιώξει να υλοποιήσει τους κλιματικούς της στόχους με ορίζοντα το 2050, για λόγους που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος, ιδίως υπό την σκοπιά της ευθύνης που έχουμε έναντι των επόμενων γενεών, αλλά και για λόγους μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας, όπως δείχνει ο παραπάνω συλλογισμός. Δυστυχώς όμως, για τα προσεχή χρόνια, η απαλλαγή από τον άνθρακα από μόνη της δεν εγγυάται ταυτόχρονα χαμηλές τιμές, αφού για να μεταφραστεί η απανθρακοποίση σε οικονομικά προσιτές τιμές, χρειαζόμαστε δραστική επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων, ανάπτυξη των συστημάτων αποθήκευσης, εξηλεκτρισμό του συνόλου της οικονομίας, μεταρρυθμίσεις της αγοράς ηλεκτρισμού που θα συμβάλλουν στη μείωση τιμών, καθώς και περιορισμό της εξάρτησης από το φυσικό αέριο κατά τις ώρες αιχμής.
Σήμερα λοιπόν, οι ευρωπαϊκές ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως στον χάλυβα, τα χημικά, τα λιπάσματα, το αλουμίνιο, το τσιμέντο, το γυαλί και το χαρτί καλούνται να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο με σχετικά μικρά περιθώρια κέρδους, αφού αντιμετωπίζουν μια δύσκολη συνδυαστική κατάσταση, ευρωπαϊκών μέτρων απανθρακοποίησης αλλά και παγκόσμιων εξελίξεων, που περιλαμβάνει υψηλότερο κόστος ενέργειας, αυξανόμενο κόστος άνθρακα (ETS), αύξηση κόστους ενδιάμεσων προϊόντων (και από το CBAM), οξυνόμενα προβλήματα πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες, σταδιακή αποσύνθεση των ευρωπαϊκών αλυσίδων αξίας (κάθε βιομηχανία που κλείνει συμπαρασείρει εταιρείες σε συγγενείς κλάδους), υπο-χρηματοδότηση (ο δημοσιονομικός χώρος της ΕΕ είναι εξαιρετικά μικρότερος από αυτόν στις ΗΠΑ και την Κίνα), γραφειοκρατία (που σε μεγάλο βαθμό επιδιώκει θεμιτά αποτελέσματα για το περιβάλλον και την εργασία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συμπιεστεί), αθέμιτες διεθνείς εμπορικές πρακτικές.
Για να γίνει σαφέστερο το στρατηγικό αδιέξοδο της Ευρώπης θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι λόγω και των τελευταίων παγκόσμιων γεωπολιτικών και εμπορικών ανακατατάξεων με κυριότερες τη δραστική μεταφορά ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή, αλλά και την αλλαγή στάσης των ΗΠΑ έναντι των παραδοσιακών τους συμμάχων (δηλαδή έναντι ημών), η ΕΕ σήμερα επιδιώκει ταυτόχρονα την απανθρακοποίηση, τη στρατηγική αυτονομία, τις ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού, την αμυντική βιομηχανική ικανότητα και την ψηφιακή και τεχνολογική κυριαρχία. Την ίδια στιγμή το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί ωθεί όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής εκτός Ευρώπης.
Τελικά, η ΕΕ αντιμετωπίζει ένα τεράστια ζήτημα «timing» των πολιτικών της στην ενέργεια, το κλίμα και την ανταγωνιστικότητα, δεδομένου ότι το κόστος της σημερινής ενεργειακής μετάβασης γίνεται αισθητό αμέσως, ενώ τα οφέλη της φθηνής καθαρής ενέργειας θα έρθουν πολύ αργότερα, δημιουργώντας έναν πραγματικό κίνδυνο αποβιομηχάνισης πριν ακόμη υλοποιηθούν τα οφέλη. Ίσως τα πάντα λοιπόν θα εξαρτηθούν από το αν η Ένωση καταφέρει να συμπιέσει το χρονοδιάγραμμα της μετάβασης και όλα τα παραπάνω αναπτυχθούν με πολύ γρήγορους ρυθμούς τα επόμενα 5–7 χρόνια, έτσι ώστε η παραγωγή στις ευρωπαϊκές χώρες να επιβιώσει από αυτή την πίεση.
Η Ευρώπη και προφανώς η χώρα μας, θα πρέπει να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση, ως εργαλείο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, για έναν ακόμα λόγο. Η ανταγωνιστικότητα είναι σχετική έννοια και όχι απόλυτη. Μπορεί δηλαδή η ΕΕ να πετύχει το στόχο της ενεργειακής μετάβασης, αλλά οι ανταγωνιστές της να προχωρήσουν ταχύτερα και με χαμηλότερο κόστος, την ώρα που η Ευρώπη αναδιαρθρωνόταν. Μπορεί, για παράδειγμα, να αξιοποιήσουν πλεονεκτήματα που εμείς δεν έχουμε όπως τη φθηνότερη ενέργεια και τις πιο ευέλικτες κεφαλαιαγορές στις ΗΠΑ, ή το βιομηχανικό συντονισμό και τις κρατικά κατευθυνόμενες επενδύσεις στην Κίνα.
Όλη η παραπάνω προβληματική δεν είναι απλώς μια δύσκολη εξίσωση που θα λύσουν οι Αρχηγοί Κρατών της ΕΕ πίσω από τις κλειστές πόρτες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ή ένα σύνθετο επιχειρηματικό παζλ που αφορά μόνο τους επιχειρηματίες, αλλά είναι ο πυρήνας που απασχολούν τη συζήτηση για την αυριανή προοδευτική διακυβέρνηση. Αφού, παραδοσιακά, η ισχυρή μεταποίηση έφερε στην Ευρώπη πολλές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, σε αντίθεση με τις υπηρεσίες χαμηλής παραγωγικότητας, όπως μεγάλο μέρος του τουρισμού (οικονομία του καφέ), που εφαρμόζει σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ. Επίσης, τα προηγμένα οικοσυστήματα μεταποίησης, που πρέπει να είναι σήμερα το ζητούμενο των ευρωπαϊκών και εθνικών δημόσιων πολιτικών, εξαρτώνται από την βιομηχανική παραγωγική ικανότητα των προηγούμενων σταδίων των αλυσίδων αξίας. Για παράδειγμα, χωρίς χάλυβα, αλουμίνιο και χημικά προϊόντα, η αμυντική παραγωγή αποδυναμώνεται, χωρίς λιπάσματα, η επισιτιστική ασφάλεια και ο αγροτικός κόσμος τίθενται σε κίνδυνο, ενώ χωρίς επεξεργασία κρίσιμων πρώτων υλών, οι εφοδιαστικές αλυσίδες των καθαρών τεχνολογιών εξαρτώνται από εξωτερικές δυνάμεις.
Είναι πιο επίκαιρο από ποτέ να υλοποιηθούν πολιτικές που θα ισχυροποιούν ταυτόχρονα τους δυο βασικούς πυλώνες της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φιλοσοφίας της ηπείρου μας, δηλαδή την ικανότητα μακροχρόνια διατηρήσιμης οικονομικής μεγέθυνσης στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συστήματος που εξασφαλίζει δίκαιη κατανομή του οφέλους και του κόστους, που προκαλεί η οικονομία της αγοράς.
Η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες στις ευρωπαϊκές οικονομίες να ανταγωνίζονται μέσω ποιότητας και τεχνογνωσίας και όχι μέσω χαμηλών μισθών, ενώ η βελτίωση των συστημάτων κοινωνικού διαλόγου, όπως για παράδειγμα σχετικά με τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών από τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές και στις πρώτες ύλες στις τοπικές κοινωνίες, θα βοηθήσουν στη λήψη ισορροπημένων αποφάσεων χωρίς κοινωνικές συγκρούσεις.
Ήδη στην ΕΕ υπάρχουν πρωτοβουλίες προς την θετική κατεύθυνση, όπως για παράδειγμα η αύξηση των πόρων στα 30 δις στο χρηματοδοτικό εργαλείο της ΕΕ για τα δίκτυα (Connecting Europe Facility), για το οποίο είμαι εισηγητής της Σοσιαλιστικής Ομάδας, ή η αναθεώρηση του Κανονισμού για τα Δίκτυα (TEN-E), μέσω της οποίας επιχειρείται να αρθούν τα προβλήματα συμφόρησης των δικτύων που συμβάλουν στην αύξηση των τιμών σε κάποιες περιφέρειες της ΕΕ, όπως η ΝΑ Ευρώπη, αλλά και η πρόταση Οδηγίας για τις αδειοδοτήσεις, η οποία μεταξύ άλλων προτείνει μέτρα απόδοσης στις τοπικές κοινωνίες των κερδών από τις ΑΠΕ, όπως εμείς έχουμε κάνει ήδη από το 2014 με το ανταποδοτικό τέλος.
Νέες πρωτοβουλίες που αναμένονται τον Ιούνιο, όπως οι Στρατηγικές για Ψύξη- Θέρμανση, Εξηλεκτρισμό και Γεωθερμία αποτελούν ευκαιρίες συστηματικής προώθησης των παραπάνω στόχων. Για παράδειγμα, η Στρατηγική Εξηλεκτρισμού πρέπει να εισάγει μέτρα βελτίωσης της αναλογίας τιμής μεταξύ ηλεκτρικής ενέργειας και ορυκτών καυσίμων σε επίπεδο λιανικής πώλησης, αλλά και χρηματοδοτικά μέσα διευκόλυνσης για την παραγωγή τεχνολογιών εξηλεκτρισμού και την εγκατάστασή τους. Επιπρόσθετα, η ηλιακή θερμική ενέργεια, ως μέρος της Στρατηγικής Ψύξης – Θέρμανσης, όχι μόνο μπορεί να μειώσει το κόστος των νοικοκυριών, των βιομηχανιών και του αγροτικού τομέα, αλλά και με την επέκταση της παραγωγής και αξιοποίησης της μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομικής δραστηριότητας και στη δημιουργία επιπρόσθετων θέσεων εργασίας σε ένα κλάδο που κυριαρχούν ελληνικές επιχειρήσεις, αφού πρόκειται για μια τεχνολογία “Made in Europe”.
----------------------
O Καθηγητής Γιάννης Μανιάτης είναι Ευρωβουλευτής, Αντιπρόεδρος Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), Πρ. Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2026 που ετοίμασε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress