AFRY: Οι μπαταρίες «ασπίδα» για το ηλεκτρικό σύστημα σε ενδεχόμενες νέες εκτινάξεις των τιμών αερίου – «Κλειδί» και το ενεργειακό μίγμα των γειτονικών χωρών
Ένα ακόμη σημαντικό όφελος από τη διείσδυση των μπαταριών στο ηλεκτρικό σύστημα αναδεικνύει μελέτη της AFRY, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση νέου άλματος των τιμών του φυσικού αερίου, οι μονάδες αποθήκευσης θα λειτουργούσαν ως ένα αποτελεσματικό ανάχωμα, περιορίζοντας τη μετακύλιση των ανατιμήσεων στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM). Παράλληλα, τουλάχιστον κατά τα επόμενα χρόνια, στην ίδια κατεύθυνση αναμένεται να συμβάλουν και οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από γειτονικές χώρες, οι οποίες εξακολουθούν να διαθέτουν σε λειτουργία λιγνιτικές και ανθρακικές μονάδες.
Η μελέτη επικεντρώνεται στα έτη 2027 και 2035, εξετάζοντας μια σειρά σεναρίων για το κόστος του φυσικού αερίου, από ήπιες αυξήσεις έως και ακραίες ανατιμήσεις. Πιο συγκεκριμένα, αναλύονται τιμές στο TTF από τα επίπεδα των 30-35 ευρώ ανά Μεγαβατώρα έως και τα 135 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, μία «επίδοση» που έχει καταγραφεί μόνο μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με τον Αθανάσιο Φέκα από την AFRY, συντάκτη της μελέτης, το 2027 επιλέχθηκε ως έτος αναφοράς επειδή θα αποτελεί την πρώτη χρονιά κατά την οποία ο λιγνίτης θα έχει αποσυρθεί πλήρως από το εγχώριο ενεργειακό μίγμα. Παράλληλα, θα είναι το πρώτο έτος κατά το οποίο στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα θα έχει εγκατασταθεί μια αρχική «κρίσιμη μάζα» μονάδων αποθήκευσης, ικανή να επηρεάσει ουσιαστικά τη λειτουργία της αγοράς.
Οι μπαταρίες ως πρώτο «φρένο» στις ανατιμήσεις
Με βάση τα ευρήματα της μελέτης, σε ένα σενάριο νέας ανόδου του φυσικού αερίου, οι μπαταρίες θα αποτελούσαν το πρώτο «τείχος προστασίας» για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η παρουσία τους θα επέτρεπε στο ολοένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ να καλύπτει περισσότερες ώρες του 24ώρου με ηλεκτρική ενέργεια χαμηλού κόστους, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας των μονάδων αερίου (οι οποίες τότε θα είχαν αυξημένο κόστος).
Ως αποτέλεσμα, θα αυξάνονταν οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς δεν θα διαμορφώνονταν από τις προσφορές των μονάδων φυσικού αερίου και συνεπώς αυτή δεν θα επηρεαζόταν άμεσα από το αυξημένο κόστος του καυσίμου. Με άλλα λόγια, η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ και των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες (BESS) θα αύξανε τις ώρες παραγωγής χαμηλού κόστους, μειώνοντας τις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, συγκρατώντας τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους φυσικού αερίου στις τιμές της αγοράς.
Σύμφωνα με τον ερευνητή της AFRY, οι μονάδες αποθήκευσης θα αρκούσαν ως αποκλειστικό και αποτελεσματικό «ανάχωμα» για αυξήσεις του φυσικού αερίου από τα επίπεδα των 30-35 ευρώ έως περίπου τα 45 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Σε αυτό το εύρος τιμών, οι εισαγωγές δεν φαίνεται πως θα ενισχύονταν σημαντικά, με αποτέλεσμα η συγκράτηση των ανατιμήσεων να οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην εγχώρια αποθήκευση.
Ο ρόλος των εισαγωγών
Η εικόνα αλλάζει όταν το κόστος του φυσικού αερίου ξεπερνά τα συγκεκριμένα επίπεδα. Όπως επισημαίνει ο αναλυτής της AFRY, στις γειτονικές χώρες εξακολουθεί να λειτουργεί ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο λιγνιτικών και ανθρακικών μονάδων, οι οποίες αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όταν το αέριο γίνεται ακριβότερο.
Στην περίπτωση αυτή, οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από τα γειτονικά συστήματα αναμένεται να αυξηθούν, δημιουργώντας ένα δεύτερο «φράγμα» απέναντι στη μετακύλιση των αυξήσεων του φυσικού αερίου στις εγχώριες χονδρεμπορικές τιμές. Οι εισαγόμενες ποσότητες θα εκτόπιζαν από την αγορά τους παλαιότερους εγχώριους σταθμούς συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου (CCGT), οι οποίοι διαθέτουν χαμηλότερη απόδοση και επομένως υψηλότερο λειτουργικό κόστος.
Έτσι, θα μειώνονταν τα 15λεπτα κατά τα οποία η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς θα καθοριζόταν από τις μονάδες φυσικού αερίου, περιορίζοντας την επίδραση των αυξήσεων του καυσίμου στις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Τι αλλάζει το 2035
Η εικόνα για το 2035 διαφοροποιείται σημαντικά. Μέχρι τότε, το ελληνικό σύστημα αναμένεται να διαθέτει πολύ μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο τόσο σε μπαταρίες όσο και σε έργα ΑΠΕ. Ταυτόχρονα, με βάση τα υφιστάμενα σχέδια απολιγνιτοποίησης των γειτονικών χωρών, οι μονάδες στερεών ορυκτών καυσίμων θα αποσυρθεί από την ευρύτερη περιοχή.
Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο «ανάχωμα», που θα προσέφεραν τώρα οι λιγνιτικές εισαγωγές, θα ήταν ανύπαρκτο. Σύμφωνα με την ανάλυση της AFRY, σε περίπτωση νέου σοκ στο φυσικό αέριο το 2035, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς θα διαμορφωνόταν επομένως ελαφρώς υψηλότερα σε σχέση με το 2027, δηλαδή το σύστημα θα είναι πιο ευαίσθητο στις αυξήσεις των τιμών αερίου. Παρ’ όλα αυτά, η αύξηση στην ΤΕΑ θα ήταν μικρότερη από την αύξηση του λειτουργικού κόστους των μονάδων CCGT.
Ο λόγος είναι ότι η ενισχυμένη διείσδυση των ΑΠΕ και της αποθήκευσης θα περιόριζε ακόμη περισσότερο τις ώρες κατά τις οποίες οι μονάδες φυσικού αερίου θα καθόριζαν την οριακή τιμή. Ωστόσο, παρά τη μικρότερη συχνότητα αυτών των κρουσμάτων, όταν οι μονάδες φυσικού αερίου θα ήταν οι οριακοί σταθμοί στο σύστημα, θα αύξαναν σε υψηλότερα επίπεδα την ΤΕΑ.
Πάντως, οι εισαγωγές θα μπορούσαν και πάλι να αποτελέσουν ένα δεύτερο «φίλτρο» για τις αυξήσεις, αν τα σχέδια απολιγνιτοποίησης των γειτονικών χωρών συνδυάζονταν με πιο επιθετικούς «πράσινους» στόχους, σε σχέση με αυτούς που έχουν θέσει και έχουν ληφθεί υπόψη στην ανάλυση της AFRY. Μια τέτοια θετική ανατροπή θα μπορούσε να είναι είτε η εγκατάσταση περισσότερων μπαταριών στα Βαλκάνια (από όσες προβλέπονται τώρα), ή η εγκατάσταση μονάδων που θα περιόριζαν ακόμη περισσότερο τον ρόλο του αερίου – όπως μονάδων μακράς αποθήκευσης μέσω υδρογόνου ή πυρηνικών μονάδων.
Τα έσοδα κάθε τεχνολογίας
Η μελέτη εξετάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζονται τα έσοδα αιολικών, φωτοβολταϊκών και μπαταριών, από μια άνοδο των τιμών φυσικού αερίου. Για το 2027, τα έσοδα και των τριών τεχνολογιών φαίνεται να ενισχύονται με παρόμοιο τρόπο, όσο το αέριο παραμένει σε σχετικά ελεγχόμενα επίπεδα, έως περίπου τα 60 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Πάνω από αυτό το όριο, οι μπαταρίες αναδεικνύονται στον μεγάλο κερδισμένο, καθώς επωφελούνται από τη μεγαλύτερη μεταβλητότητα των τιμών και από τις ευκαιρίες arbitrage που δημιουργούνται στην αγορά. Η δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας σε ώρες χαμηλών τιμών, και επανέγχυσής της όταν οι τιμές είναι αυξημένες, θα ενίσχυε σημαντικά την οικονομική τους απόδοση.
Για το 2035, η μεγαλύτερη ευαισθησία της DAM σε ένα ενδεχόμενο ράλι του φυσικού αερίου θα «μεταφραζόταν» σε υψηλότερα έσοδα και για τις τρεις τεχνολογίες. Ωστόσο, η διαφορά των εσόδων τους αναμένεται να είναι μικρότερη, καθώς οι διακυμάνσεις των χονδρεμπορικών τιμών θα ήταν πιο περιορισμένες, χάρη στην πολύ μεγαλύτερη διείσδυση ΑΠΕ και αποθήκευσης.
Την ίδια στιγμή, ένα πιο φιλόδοξο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης στις γειτονικές χώρες, με περισσότερες μπαταρίες, μονάδες μακράς αποθήκευσης μέσω υδρογόνου ή ακόμη και νέα πυρηνικά έργα, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο «φίλτρο» απέναντι στις αυξήσεις του φυσικού αερίου, διατηρώντας χαμηλότερες τις πιέσεις στις περιφερειακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.