Μελέτη-καμπανάκι για το ETS: Πώς το κόστος του άνθρακα υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης

Μελέτη-καμπανάκι για το ETS: Πώς το κόστος του άνθρακα υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης

Μελέτη-καμπανάκι για το ETS: Πώς το κόστος του άνθρακα υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης
13 06 2026 | 07:30

Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την κλιματική ουδετερότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα εντονότερες αμφισβητήσεις ως προς το οικονομικό της αποτύπωμα. Νέα μελέτη του Warsaw Enterprise Institute (WEI) υποστηρίζει ότι το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), που αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, εξελίσσεται σε σημαντικό παράγοντα αύξησης του ενεργειακού κόστους και απώλειας ανταγωνιστικότητας για τη βιομηχανία της Ευρώπης.

Σύμφωνα με την έκθεση «In Search of the Optimal Climate Policy», η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, την ενίσχυση του ανταγωνισμού από τις ΗΠΑ και την Κίνα και το αυξανόμενο κόστος ενέργειας για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι συντάκτες της μελέτης θεωρούν ότι το ETS επιβαρύνει περαιτέρω την παραγωγική βάση της ηπείρου.

Το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών

Η ανάλυση υπολογίζει ότι το άμεσο κόστος του ETS για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ανήλθε το 2023 σε περίπου 46 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων της ναυτιλίας και των αερομεταφορών. Παράλληλα, η συνολική αρνητική επίδραση στην οικονομία της ΕΕ εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 55 δισ. ευρώ ετησίως, ανάλογα με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της επίδρασης στο ΑΕΠ.

Η μελέτη επισημαίνει ότι το πραγματικό βάρος είναι μεγαλύτερο από την αξία των δικαιωμάτων που αγοράζονται από τις επιχειρήσεις, καθώς υπάρχουν και σημαντικά διοικητικά κόστη συμμόρφωσης, παρακολούθησης και επαλήθευσης των εκπομπών.

Η νέα εποχή του ETS 2

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ETS 2, το οποίο αναμένεται να επεκτείνει την τιμολόγηση του άνθρακα στις οδικές μεταφορές, στη θέρμανση κτιρίων και σε πρόσθετους κλάδους της οικονομίας.

Κατά το WEI, όταν το νέο σύστημα εφαρμοστεί πλήρως και παράλληλα ολοκληρωθεί η κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για τη βιομηχανία, το συνολικό κόστος μπορεί να προσεγγίσει τα 140 δισ. ευρώ ετησίως. Από αυτά, περισσότερα από 52 δισ. ευρώ αποδίδονται μόνο στις μεταφορές, γεγονός που προϊδεάζει για σημαντικές ανατιμήσεις στα καύσιμα και αυξημένες επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά.

Οι συντάκτες μάλιστα προειδοποιούν ότι οι υπολογισμοί βασίζονται σε τιμή δικαιωμάτων 70 ευρώ ανά τόνο CO₂, ενώ αρκετές προβλέψεις κάνουν λόγο για επίπεδα άνω των 150 ή ακόμη και 200 ευρώ ανά τόνο μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Δυσανάλογη επιβάρυνση για τις χώρες της περιφέρειας

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι το κόστος της ενεργειακής μετάβασης δεν κατανέμεται ισότιμα στην Ευρώπη. Χώρες με μεγαλύτερη βιομηχανική βάση και υψηλότερη εξάρτηση από συμβατικές μορφές ενέργειας επηρεάζονται πολύ περισσότερο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που επιβαρύνονται περισσότερο σε όρους κόστους ανά κάτοικο, μαζί με την Πολωνία, τη Βουλγαρία και την Τσεχία. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της μελέτης, η επίδραση του ETS για την ελληνική οικονομία αντιστοιχεί σε 191 έως 264 ευρώ ανά πολίτη, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από εκείνο που καταγράφεται στις πλουσιότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Προβληματισμός για τη λειτουργία της αγοράς άνθρακα

Η έκθεση αμφισβητεί επίσης τον χαρακτηρισμό του ETS ως «ελεύθερης αγοράς». Όπως σημειώνεται, οι επιχειρήσεις που εκπέμπουν CO₂ δεν μπορούν να αποφύγουν την αγορά δικαιωμάτων, ενώ η προσφορά καθορίζεται διοικητικά και όχι από τους κλασικούς μηχανισμούς της αγοράς.

Οι αναλυτές του WEI υποστηρίζουν ότι η έντονη μεταβλητότητα που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια, με τις τιμές των δικαιωμάτων να εκτοξεύονται από περίπου 20 ευρώ το 2020 σε σχεδόν 100 ευρώ το 2022, δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας που δυσκολεύουν τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό της βιομηχανίας.

Η μελέτη καταλήγει ότι η Ευρώπη χρειάζεται μια νέα προσέγγιση για την ενεργειακή μετάβαση, η οποία θα συνεχίσει να υπηρετεί τους στόχους της απανθρακοποίησης χωρίς να υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα επιχειρήσεις και καταναλωτές.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM