ΤΙΤΑΝ: Η Ελλάδα στις χώρες με το μεγαλύτερο ρίσκο για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας – Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ δημιουργεί «δεύτερες σκέψεις» στη βιομηχανία – Οι στόχοι για το 2029

ΤΙΤΑΝ: Η Ελλάδα στις χώρες με το μεγαλύτερο ρίσκο για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας – Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ δημιουργεί «δεύτερες σκέψεις» στο κλάδο – Οι στόχοι για το 2029

ΤΙΤΑΝ: Η Ελλάδα στις χώρες με το μεγαλύτερο ρίσκο για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας – Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ δημιουργεί «δεύτερες σκέψεις» στη βιομηχανία – Οι στόχοι για το 2029

Βαρύτατος αποδεικνύεται ο ενεργειακός λογαριασμός για την βιομηχανία σε συνέχεια των επιπτώσεων που έχει προκαλέσει η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον προβληματικών αγορών σε αυτό το κομμάτι.

Ειδικότερα, όπως ανέφερε μεταξύ άλλων, ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου ΤΙΤΑΝ Γιάννης Ιωάννου κατά την χθεσινή ενημέρωση θεσμικών επενδυτών και μετόχων, το πρόσθετο κόστος του Ομίλου εκτιμάται στα 40 εκατομμύρια ευρώ και έχει να κάνει τόσο με τον ηλεκτρισμό όσο και με τα υπόλοιπα τμήματα της σχετικής εφοδιαστικής αλυσίδας (πετρέλαιο ως καύσιμο, μεταφορές κλπ).

Μάλιστα, όπως τόνισε ο ίδιος, το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερο στην Ελλάδα, την Βουλγαρία και γενικότερα στα Βαλκάνια με τις εν λόγω αγορές να βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας πράγμα που αποτυπώνεται με τον πλέον εμφανή τρόπο στο κομμάτι του ηλεκτρισμού.

«Σωσίβιο» το hedging

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο Όμιλος έχει προχωρήσει σε στρατηγικές αντιστάθμισης με την πρώτη γραμμή άμυνας να αφορά σχετική συμφωνία με την ΔΕΗ, βάσει της οποίας προμηθεύεται το ήμισυ των ενεργειακών του αναγκών σε σταθερές τιμές και γενικά χαμηλότερες έναντι του πραγματικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στην spot αγορά. Έπειτα, αξιοποιούνται και άλλα εργαλεία hedging μέσω του ειδικού τμήματος trading που διαθέτει ο Όμιλος, κατορθώνοντας στο «τέλος της ημέρας» ένα πρόσθετο 10% στο κομμάτι του Hedging.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω στρατηγική αντιστάθμισης των ρίσκων της ενεργειακής αγοράς δεν περιορίζεται μονάχα στο κομμάτι των τιμών ενέργειας αλλά επιχειρείται εν συνόλω για την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική που έχει καταλήξει, όπως επισημάνθηκε, στο όνομα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, να επιβαρύνει υπέρμετρα τις βιομηχανίες, οδηγώντας έως και σε αναθεώρηση στρατηγικών επιλογών δεκαετιών.

Γιατί διαλέξαμε την Τουρκία

Αυτό αποτελεί από μία άποψη το έδαφος της απόφασης του Ομίλου να επεκτείνει τις δραστηριότητες του στη γειτονική Τουρκία με την Διοίκηση να εξηγεί ότι, μεταξύ άλλων, ότι ο «τρόπος που έχει επιλέξει η Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή έχει οδηγήσει στο να επιβαρύνει σημαντικά τις εγχώριες βιομηχανίες, πράγμα που καθιστά αναγκαίο να κοιτάμε παραπέρα προκειμένου να είμαστε έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα».

Χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η Διοίκηση του Ομίλου δεν εμφανίστηκε αντίθετη των μέτρων κατά της κλιματικής αλλαγής ωστόσο φέρεται να πιάνει το «νήμα» του ευρύτερου προβληματισμού ως προς το πως θα πρέπει να συνδυαστούν αποτελεσματικά και βιώσιμα η ενεργειακή μετάβαση με την ανάπτυξη και άνθιση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Ενδεικτικό είναι άλλωστε, όπως επισημάνθηκε, το γεγονός ότι ο Όμιλος ΤΙΤΑΝ διατηρούσε στην Ελλάδα μια σταθερή παραγωγική βάση για εξαγωγές πράγμα που πλέον τείνει να υποχωρήσει υπό το βάρος του συνολικότερου πλαισίου που ωθεί τις βιομηχανίες να αναζητούν εναλλακτικές ακόμη και εκτός ευρωπαϊκών συνόρων.

Από την πλευρά του, ο Όμιλος ΤΙΤΑΝ πρόσφατα ολοκλήρωσε μια εξαγορά στην Τουρκία, αναγνωρίζοντας τα μακροπρόθεσμα κύρια οφέλη που δύναται να προκύψουν από την δραστηριότητά του σε μια αναπτυσσόμενη αγορά που μπορεί από την μία να εμφανίζει περισσότερα ρίσκα, προσφέρει ωστόσο από την άλλη μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης έναντι μιας ανεπτυγμένης αγοράς με την πρόσθετη επισήμανση ότι ο σχεδιασμός του Ομίλου Τιτάν ξεδιπλώνεται σε βάθος 20ετίας, «παραγνωρίζοντας» στο μέτρο του δυνατού τα επιμέρους γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σε επίπεδο οικονομίας. Με άλλα λόγια ο Όμιλος αναπτύσσει hard assets που με την σειρά τους δεν υποβαθμίζονται από επιμέρους περιστατικά και αλλαγές σε οικονομικό επίπεδο διατηρώντας μια περισσότερο διαχρονική αξία.

Επενδυτική δύναμη πυρός 3-4 δισεκατομμύρια ευρώ

Ως προς την στρατηγική με ορίζοντα το 2029  ξεχωρίζει η ισχυρή επενδυτική δύναμη πυρός που φτάνει τα 3 με 4 δισεκατομμύρια ευρώ, ικανή να πολλαπλασιάσει όλα τα βασικά οικονομικά «μεγέθη» του Ομίλου τα αμέσως επόμενα χρόνια με την έμφαση να δίνεται περισσότερο στην καινοτομία και τα νέα προϊόντα και λιγότερο πλέον στην γεωγραφική διαφοροποίηση του Ομίλου που ήδη μετράει μια εκτεταμένη διεθνή παρουσία σε πολλές αγορές.

Ειδικότερα, όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, η Διοίκηση του Ομίλου κατά την χθεσινή ενημέρωση Θεσμικών Αναλυτών, η στρατηγική εστιάζει σε 3 βασικούς άξονες με τον πρώτο να αποτελεί η επίτευξη ισχυρής ανάπτυξης στις βασικές δραστηριότητες του Ομίλου. Ο δεύτερος υπογραμμίζει την επέκταση της πλατφόρμας εναλλακτικών τσιμεντοειδών υλικών για να ακολουθήσουν η επένδυση και αναβάθμιση νέων τεχνολογιών λύσεων και σειρών προϊόντων και η ενίσχυση του λειτουργικού μοντέλου και των ικανοτήτων του Ομίλου.

Οι στόχοι μέχρι το 2029

Σε αυτή την κατεύθυνση, όπως αναφέρθηκε, οι στόχοι της Διοίκησης με ορίζοντα το 2029 δεν υποχωρούν παρά διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, πατώντας στις σημαντικές επιδόσεις του Ομίλου τόσο την τριετία 2023-2025 με τον Όμιλο, όπως προαναφέρθηκε να επιτυγχάνει τους στόχους του 2026 ένα χρόνο νωρίτερα.

Επιγραμματικά, η «επόμενη μέρα» περιλαμβάνει 6-8% μέση ετήσια αύξηση σε πωλήσεις, 11-13% μέση ετήσια αύξηση στα EBITDA, 5-6 ευρώ κέρδη ανά μετοχή, 15-17% απόδοση κεφαλαίου, 1,5x – 2,0x λόγο καθαρού δανεισμού προς EBITDA, 10% των πωλήσεων σε εναλλακτικά τσιμεντοειδή υλικά, 100 εκατ. ευρώ επενδύσεις στην καινοτομία, 100 εκατ. ευρώ μείωση του κόστους, 500 κιλά/τόνο ειδικές καθαρές άμεσες εκπομπές CO2 με «κορωνίδα» να αποτελούν τα 3-4 δισεκατομμύρια ευρώ προς αξιοποίηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετοχή του Ομίλου κατέγραψε ισχυρές συνολικές αποδόσεις με +381% από το 2023 έως σήμερα πράγμα που οδήγησε σε μια πορεία χρόνου, εκτός των άλλων, σε διεύρυνση της μετοχικής σύνθεσης με 28% περισσότερους μετόχους.

Η κατανομή των επενδύσεων

Επιπρόσθετα, το μεγαλύτερο μέρος του προς επένδυση κεφαλαίου, της τάξης του 37% (3-4 δις ευρώ) σχεδιάζεται να διατεθεί σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, με τις επενδυτικές δαπάνες ανάπτυξης να καταλαμβάνουν το 35% και να ακολουθούν οι επενδυτές δαπάνες συντήρησης με 14% και οι επιστροφές προς τους μετόχους με 14%.

Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος θα κατευθυνθεί στις βασικές δραστηριότητες του ομίλου, επιβεβαιώνοντας και την προσήλωσή του στην εν γένει φυσιογνωμία που διαθέτει με μικρότερα και σχεδόν ισομερή μερίδια να κατανέμονται σε νέα προϊόντα και τεχνολογίες καθώς και σε εναλλακτικά τσιμεντοειδή προϊόντα.

Προοπτικές για το 2026

Υπό αυτό το πρίσμα, η Διοίκηση του Ομίλου εμφανίζεται αισιόδοξη για το 2026 παρά τις προκλήσεις που διαγράφονται μπροστά και εκκινούν κατά βάση από την πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο με τον Οικονομικό Διευθυντή του Ομίλου Γιάννη Ιωάννου να διευκρινίζει ότι η εν λόγω προσέγγιση εδράζεται κατά κύριο λόγο στα μέτρα αντιστάθμισης που έχει λάβει ο Όμιλος όλο το προηγούμενο διάστημα.

Το ενεργειακό κόστος αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα με τις ανησυχίες του Ομίλου να εστιάζουν κυρίως σε Ελλάδα, Βουλγαρία και ευρύτερα Βαλκάνια όπου εμφανίζουν μεγαλύτερη έκθεση στις διακυμάνσεις του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έναντι της αγοράς των ΗΠΑ. Από την πλευρά του ο Όμιλος έχει προχωρήσει κατά το ήμισυ των αναγκών του σε αντιστάθμιση με την ΔΕΗ, απολαμβάνοντας σταθερές τιμές και χαμηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας με πρόσθετη βοήθεια να προκύπτει από άλλα εργαλεία της αγοράς που με την σειρά τους προσθέτουν στον τελικό λογαριασμό ένα πρόσθετο 10% σε όρους «hedging».

Σε κάθε περίπτωση, όπως τόνισε ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, η βιομηχανία και δη μια τέτοια βιομηχανία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις επιπτώσεις των προωθούμενων πολιτικών με το μέχρι στιγμής αποτέλεσμα σε ότι αφορά τον ΤΙΤΑΝΑ να έχει οδηγήσει σε απομείωση του ελληνικού χαρτοφυλακίου ως σταθερή παραγωγική βάση για εξαγωγές υπέρ άλλων αγορών σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστεί το υπέρμετρο κόστος που προκύπτει από τις πολιτικές της ΕΕ σχετικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. «Κοιτάμε παραπέρα, θέλοντας να είμαστε έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα».

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM