Φορολογικά κίνητρα για ενεργειακές αναβαθμίσεις και μεγαλύτερη επιδότηση στα Εξοικονομώ για ευάλωτους
του Βλάση Οικονόμου

Φορολογικά κίνητρα για ενεργειακές αναβαθμίσεις και μεγαλύτερη επιδότηση στα Εξοικονομώ για ευάλωτους

29 04 2026 | 12:54

Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών αποτελεί βασικό πυλώνα της μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, όπου το κτιριακό απόθεμα είναι παλαιό και τα επίπεδα ενεργειακής φτώχειας παραμένουν υψηλά, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να προχωρήσουν οι ανακαινίσεις, αλλά πώς μπορούν να χρηματοδοτηθούν με τρόπο αποτελεσματικό και κοινωνικά δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, τα φορολογικά κίνητρα αναδεικνύονται ως ένα σημαντικό εργαλείο πολιτικής, το οποίο όμως παρουσιάζει τόσο ευκαιρίες όσο και περιορισμούς.

Στη μελέτη που παρουσίασε το IEECP (Can tax credit schemes support energy efficiency measures in residential buildings? A case study for Greece | Energy Efficiency | Springer Nature Link ), εξετάστηκε αν το φορολογικά κίνητρα επαρκούν για την κάλυψη αναβαθμίσεων αντί των προγραμμάτων εξοικονομώ για τις υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες. Η ανάλυση βασίζεται σε ένα υποθετικό αλλά ρεαλιστικό πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης 600.000 κατοικιών, σε ευθυγράμμιση με τους στόχους του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα. Το μέσο κόστος επένδυσης ανά κατοικία εκτιμάται σε περίπου 30-35χιλιάδες ευρώ, περιλαμβάνοντας παρεμβάσεις στο κέλυφος του κτιρίου (θερμομόνωση, κουφώματα) και την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας . Παρά το υψηλό αρχικό κόστος, οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να μειώσουν σημαντικά την ενεργειακή κατανάλωση, με τις αντλίες θερμότητας να επιτυγχάνουν έως και 50% εξοικονόμηση σε σχέση με συμβατικά συστήματα. Ωστόσο, από την πλευρά των πιο ευάλωτων νοικοκυριών, οι επενδύσεις δεν είναι ελκυστικές χωρίς σημαντική δημόσια στήριξη . 

Με βάση αυτά τα δεδομένα, τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός κινητοποίησης ιδιωτικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι σχεδιάζονται σωστά. Η ανάλυση δείχνει ότι ένα επίπεδο φορολογικής έκπτωσης της τάξης του 40% μπορεί να είναι κοινωνικά ωφέλιμο και δημοσιονομικά βιώσιμο, ενώ στο 52% επιτυγχάνεται περίπου ισορροπία μεταξύ κόστους και οφέλους για το κράτος. Σε αυτά τα επίπεδα, τα συνολικά κοινωνικά οφέλη υπερβαίνουν τις δημόσιες δαπάνες, επιβεβαιώνοντας ότι οι ενεργειακές ανακαινίσεις αποτελούν επένδυση με θετική απόδοση για την οικονομία.

Παρά τα θετικά αυτά ευρήματα, η αποτελεσματικότητα των φορολογικών κινήτρων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το οικονομικό περιβάλλον. Σε συνθήκες χαμηλής μακροοικονομικής απόδοσης, τα συνολικά οφέλη μπορεί να μην καλύπτουν το δημοσιονομικό κόστος, καθιστώντας αναγκαία τη μείωση του ποσοστού της έκπτωσης. Αντίθετα, σε ευνοϊκότερες συνθήκες, ακόμη και πολύ υψηλά επίπεδα ενίσχυσης μπορούν να παραμείνουν βιώσιμα. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη ευελιξίας στον σχεδιασμό των πολιτικών.

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τις ανισότητες μεταξύ διαφορετικών ομάδων νοικοκυριών. Η ανάλυση δείχνει ότι τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα μπορούν να επωφεληθούν ευκολότερα από τα φορολογικά κίνητρα, καθώς διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα για να προχρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις. Αντίθετα, τα χαμηλότερα εισοδήματα, και ιδιαίτερα τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα κάτω από 1.100 ευρώ, αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια πρόσβασης, ακόμη και με υψηλά ποσοστά επιδότησης . Τα μεσαία εισοδήματα βρίσκονται επίσης σε δύσκολη θέση, καθώς συχνά απαιτούνται πολύ υψηλά επίπεδα ενίσχυσης για να καταστούν οι επενδύσεις οικονομικά βιώσιμες.

Το συμπέρασμα είναι ότι τα φορολογικά κίνητρα, από μόνα τους, δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν μια δίκαιη και αποτελεσματική ενεργειακή μετάβαση. Απαιτείται ένας συνδυασμός πολιτικών που να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, προτείνεται ένα υβριδικό μοντέλο, στο οποίο τα φορολογικά κίνητρα απευθύνονται κυρίως στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, ενώ τα ευάλωτα νοικοκυριά υποστηρίζονται μέσω άμεσων επιχορηγήσεων, άτοκων δανείων ή επιστρεφόμενων φορολογικών εκπτώσεων. Με αυτόν τον τρόπο, αντιμετωπίζονται οι περιορισμοί ρευστότητας και διασφαλίζεται ευρύτερη συμμετοχή στα προγράμματα ανακαίνισης (τύπου Εξοικονομώ, συνδράμοντας και σε ευρύτερη κάλυψη των ευάλωτων νοικοκυριών και μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου).

Παράλληλα, η επιτυχία των πολιτικών δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των κινήτρων αλλά και από τον τρόπο εφαρμογής τους. Η απλοποίηση των διαδικασιών, η σύνδεση με υφιστάμενα κοινωνικά προγράμματα και η παροχή τεχνικής υποστήριξης μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τη συμμετοχή των πολιτών. Επιπλέον, η ενσωμάτωση εργαλείων παρακολούθησης και αξιολόγησης είναι κρίσιμη για τη συνεχή βελτίωση των πολιτικών.

Συνολικά, η εμπειρική ανάλυση για την Ελλάδα δείχνει ότι τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικό εργαλείο για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας, μόνο όμως όταν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο, στοχευμένο και κοινωνικά ευαίσθητο πλαίσιο πολιτικής. Με σωστό σχεδιασμό, μπορούν να κινητοποιήσουν σημαντικούς πόρους, να ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλουν ουσιαστικά στην επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για το κλίμα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η μετάβαση είναι δίκαιη για όλους.

_____________

Βλάσης Οικονόμου

Institute for European Energy and Climate Policy

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM