Οι 3 παράγοντες που δημιουργούν την καινούργια ενεργειακή εποχή στην Ευρώπη – Ο νέος υπερκύκλος και ο ρόλος των δικτύων και των διασυνδέσεων
Σε ένα νέο και πιο σύνθετο στάδιο εισέρχεται πλέον η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης, και όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει σε πρόσφατο σημείωμά της η Goldman Sachs, οι ευρωπαϊκές εταιρείες κοινής ωφέλειας μπαίνουν πλέον σε έναν πολυετή «υπερκύκλο», με πολλές προκλήσεις και σημαντικές αλλαγές.
Όπως επισημαίνεται σχετικά η εν λόγω μετατόπιση δεν οφείλεται σε ένα και μόνο γεγονός. Επί της ουσίας, είναι τρεις δυνάμεις οι οποίες συγκλίνουν ταυτόχρονα: η αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, το κλείσιμο γηρασμένων μονάδων παραγωγής και η ανάγκη ανακατασκευής των ηλεκτρικών δικτύων.
Η Goldman επισημαίνει στην έκθεσή της ότι το 2026 δεν θα είναι η χρονιά που θα καταγραφούν σημαντικά άμεσα κέρδη. Θα είναι ένα έτος διερευνητικό, ένα έτος κατά το οποίο θα μπουν και θα γίνουν σαφή τα θεμέλια του επόμενου επενδυτικού κύκλου. Τα επενδυτικά σχέδια των εταιρειών, οι τάσεις στα κέρδη και η δομή της αγοράς θα αρχίσουν να αντανακλούν αυτή τη μακροπρόθεσμη αλλαγή.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται ξανά
Για πολλά χρόνια, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη ήταν στάσιμη ή μειούμενη. Αλλά αυτή η τάση πλέον αλλάξει. Η ζήτηση αυξάνεται με κύριους καταλύτες τον εξηλεκτρισμό και τη νέα ψηφιακή υποδομή.
Τα κέντρα δεδομένων αποτελούν βασικό παράγοντα. Οι εγκαταστάσεις αυτές υποστηρίζουν υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και ψηφιακές πλατφόρμες. Και ασφαλώς, απαιτούν μεγάλες ποσότητες αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι έως το 2035, τα κέντρα δεδομένων στην ΕΕ θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 45 γιγαβάτ δυναμικότητας υπολογιστικών συστημάτων (IT capacity). Αν σε αυτά συμπεριληφθούν τα συστήματα ψύξης και τα συναφή συστήματα, η συνολική ζήτηση θα μπορούσε να ανέλθει περίπου στα 60 γιγαβάτ.
Ο εξηλεκτρισμός ενισχύει σημαντικά την πίεση. Τα ηλεκτρικά οχήματα, οι αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά συστήματα θέρμανσης αυξάνουν τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας. Επιβαρυντικά επιδρά, παράλληλα, και η νέα βιομηχανική δραστηριότητα. Μαζί, όλες αυτές οι τάσεις, σημαίνουν ότι το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα έχει φύγει πλέον από την μακροπρόθεσμη φάση συρρίκνωσης. Αυτό έχει σημασία, γιατί τα ηλεκτρικά συστήματα πιέζονται περισσότερο κατά τις ώρες αιχμής. Όταν συμβαίνει αυτό, ανεβαίνουν οι τιμές για εφεδρική ισχύ, αποθήκευση και ευελιξία.
Η προσφορά γίνεται πιο περιορισμένη
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη χάνει σταθερή ισχύ παραγωγής. Πολλαπλές μονάδες άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας αναμένεται να αποσυρθούν την επόμενη δεκαετία. Πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις είναι παλιές και δαπανηρές στη συντήρηση. Το κλείσιμό τους θα μειώσει την αξιόπιστη βασική παραγωγή.
Η Goldman αναμένει ότι αυτές οι αποσύρσεις θα αποδυναμώσουν τα περιθώρια εφεδρείας αργότερα μέσα στη δεκαετία. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχει μικρότερη διαθέσιμη εφεδρική ισχύς κατά τις περιόδους υψηλής ζήτησης ή χαμηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Ως αποτέλεσμα, το σύστημα γίνεται πιο ευαίσθητο σε σοκ και απότομες αυξήσεις τιμών.
Οι χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου δεν αποτελούν σοβαρή απειλή
Ένα ακόμη βασικό ζήτημα, το οποίο απασχολεί σημαντικά τις αγορές τελευταία, είναι η πτώση των τιμών του φυσικού αερίου. Από τον Αύγουστο του 2025, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν μειωθεί απότομα. Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ακολούθησαν, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Goldman στην έκθεσή της, εξετάζει ένα σενάριο περαιτέρω πτώσης των τιμών του φυσικού αερίου και διαπιστώνει ότι ο αντίκτυπος στα κέρδη των περισσότερων εταιρειών κοινής ωφέλειας θα είναι περιορισμένος. Εκτιμά δε, ότι μόνο ένας μικρός αριθμός παραγωγών εμφανίζει ουσιαστική έκθεση σε αυτή την εξέλιξη. Ακόμη και στο αρνητικό σενάριο, η πίεση στα κέρδη παραμένει ήπια για τις περισσότερες εταιρείες.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης η εξήγηση είναι απλή: οι εταιρείες κοινής ωφέλειας χρησιμοποιούν πλέον πιο εξελιγμένες στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου. Οι καμπύλες τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ήδη ενσωματώνουν χαμηλότερες τιμές. Επιπλέον, οι βάσεις κερδοφορίας είναι μεγαλύτερες σε σχέση με προηγούμενους κύκλους. Ως εκ τούτου, συνδυαστικά όλοι αυτοί οι παράγοντες μειώνουν τον κίνδυνο.
Τα δίκτυα στο επίκεντρο της ανάπτυξης
Αν υπάρχει ένας αδιαμφισβήτητος νικητής σε αυτόν τον κύκλο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτός είναι τα ηλεκτρικά δίκτυα. Μάλιστα, η Goldman περιγράφει τα δίκτυα ως μια «μηχανή ποιοτικής αύξησης κερδών».
Μεγάλο μέρος των δικτύων μεταφοράς και διανομής της Ευρώπης είναι άνω των 40 ετών. Τα συστήματα αυτά δεν σχεδιάστηκαν για υψηλή διείσδυση ανανεώσιμων πηγών, αμφίδρομες ροές ενέργειας ή μεγάλα ηλεκτροποιημένα φορτία.
Η Goldman εκτιμά ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί επενδύσεις μεταξύ 1,2 τρισ. και 1,4 τρισ. ευρώ για ανάπτυξη, αντικατάσταση και λοιπές παρεμβάσεις στα δίκτυα την επόμενη δεκαετία. Αυτό αντιπροσωπεύει μία επιτάχυνση περίπου 85% σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Οι επενδύσεις αυτές είναι ρυθμιζόμενες, μακροπρόθεσμες και σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτες.
Το όφελος για τις εταιρείες κοινής οφέλειας
Για τις εταιρείες κοινής ωφέλειας, αυτό σημαίνει σταθερές αποδόσεις που στηρίζονται σε ρυθμιζόμενες βάσεις περιουσιακών στοιχείων.
Οι επιπτώσεις στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος
Οι μεγάλες επενδύσεις συχνά προκαλούν ανησυχίες σχετικά με το κόστος που θα μετακυληθεί στους καταναλωτές. Η Goldman υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις στους λογαριασμούς θα είναι πραγματικές αλλά διαχειρίσιμες.
Κι αυτό γιατί δεν είναι όλες οι δαπάνες πληθωριστικές. Περίπου το 40% των επενδύσεων στον εξηλεκτρισμό αντικαθιστά υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία ή μειώνει το κόστος με την πάροδο του χρόνου, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια.
Κατά μέσο όρο, η Goldman αναμένει ότι οι ευρωπαϊκοί λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξάνονται περίπου κατά 3% ετησίως μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ χωρών θα είναι μεγάλες. Περιοχές με υψηλότερες ανάγκες επενδύσεων στα δίκτυα, όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, θα μπορούσαν να δουν αυξήσεις κοντά στο 7% ετησίως.
Έως το 2030, η Goldman εκτιμά ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία θα μπορούσαν να είναι περίπου 45% υψηλότεροι από εκείνους της Ιταλίας.
Το πολυετές πλάνο και οι επενδύσεις
Το συμπέρασμα που απορρέει από την έκθεση της Goldman, δεν αφορά μια μεμονωμένη επενδυτική κίνηση ή κάποια βραχυπρόθεσμη τάση με προσωρινό όφελος. Αφορά μια μεταβολή σε επίπεδο συστήματος που εκτυλίσσεται σε βάθος πολλών ετών.
Η ζήτηση αυξάνεται ξανά. Η αξιόπιστη προσφορά μειώνεται. Η ευελιξία αποκτά αυξανόμενη αξία και μέσα σε όλα αυτά τα δίκτυα γίνονται το θεμέλιο του συστήματος, που θα διαμορφώσει τον νέο ενεργειακό υπερκύκλο.
Υπό το πρίσμα αυτό, όπως επισημαίνουν και οι αναλυτές της Goldman Sachs, το 2026 σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στην πορεία της Ευρώπης προς την ενεργειακή μετάβαση.