Η Ελλάδα μπορεί να γίνει τοπική ενεργειακή υπερδύναμη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
του Κωνσταντίνου Μαύρου

Η Ελλάδα μπορεί να γίνει τοπική ενεργειακή υπερδύναμη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη

23 12 2024 | 14:44

Το 2024 αναμένεται να καταγραφεί ως το θερμότερο έτος στην παγκόσμια ιστορία με βάση το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Κοπέρνικος.

Η κλιματική κρίση αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια σημαντική και διαρκώς εντεινόμενη απειλή για τους ανθρώπους, αλλά και για τις κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, καθώς καλούνται να αντιμετωπίσουν πρωτοφανούς βιαιότητας καιρικά φαινόμενα. Η αυξανόμενη ένταση και συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων που δοκιμάζουν τις κοινωνίες και τις υποδομές σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και οι τεράστιες οικονομικές ζημίες που τις συνοδεύουν καθιστούν πιο επιτακτική από ποτέ την άμεση δράση για προσαρμογή και μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης.

Η κλιματική κρίση έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ανθρώπων, περιουσιών και υποδομών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους 220.000 άνθρωποι και χάθηκαν €650 δισ. από το 1980 έως το 2022. Για την Ελλάδα, το κόστος της αδράνειας στην κλιματική κρίση αποτιμάται από την Τράπεζα της Ελλάδος σε €2,2 δισ. ετησίως μέχρι το τέλος του αιώνα.

Και παρότι οι επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια κερδίζουν έδαφος έναντι των ρυπογόνων μονάδων, οι προσπάθειες πρέπει να ενταθούν ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω κλιμάκωση.

Η επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης απαιτεί, διεθνώς, μεγάλης κλίμακας επενδύσεις άνω των $ 7 τρισ. ετησίως μέχρι το 2050. Αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, έργα ΑΠΕ για παραγωγή καθαρής ενέργειας, νέα και εκσυγχρονισμένα δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Σύμφωνα με την Eurelectric, συστηματικές επενδύσεις ύψους €67 δισ. το χρόνο σε νέες και εκσυγχρονισμένες υποδομές δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, με ενσωμάτωση της ψηφιοποίησης, είναι αναγκαίες στην Ευρώπη μέχρι το 2050.

Η ενίσχυση των διακρατικών ηλεκτρικών συνδέσεων αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση των αγορών ενέργειας οδηγώντας σε μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας που πλήττουν, κυρίως, τις περιφερειακές ενεργειακές αγορές.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παράγουν ρεύμα χωρίς καύση υδρογονανθράκων αλλά δεν παράγουν ενέργεια όταν δεν έχει ήλιο ή αέρα. Το μειονέκτημα αυτό έρχεται να λύσει η τεχνολογία της αποθήκευσης ενέργειας, που αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Αυτή τη στιγμή, βιώνουμε την επανάσταση στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας τόσο με τις παραδοσιακές και ώριμες, τεχνολογικά και οικονομικά, λύσεις των μπαταριών ιόντων λιθίου όσο και με τις καινοτόμες τεχνολογικές επιλογές (π.χ. compressed air gravity storage) που αναδύονται.

Οι κύριες προκλήσεις στον δρόμο προς την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση των επενδύσεων από δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους, τη διατήρηση της απασχόλησης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, την ενίσχυση της ευελιξίας των συστημάτων μέσω λύσεων αποθήκευσης, τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και της ψηφιοποίησης, καθώς και την ασφάλεια εφοδιασμού με απαραίτητους πόρους (κρίσιμες πρώτες ύλες), με αντίστοιχη μείωση των γεωπολιτικών κινδύνων.

Η ενδεχόμενη αναπροσαρμογή της στρατηγικής των κυβερνήσεων σε λιγότερο φιλόδοξα σχέδια για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, με πιο «ηχηρή» την διαφαινόμενη απομάκρυνση της Αμερικής από την πράσινη στοχοθεσία και η ενημέρωση των πολιτών αναφορικά με τα πολυδιάστατα οφέλη που απορρέουν από τις ΑΠΕ, αποτελούν τα καίρια ζητήματα για την επιτυχή ενεργειακή μετάβαση.
 

-omilos-dei-wind-

 

Έτσι, η Ε.Ε. καλείται να διαδραματίσει έναν πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια. Ο εμβληματικός θεσμοθετημένος στόχος να καταστεί η Ευρώπη πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος αποτελεί τον κύριο οδηγό για την επιτυχή στρατηγική της Ε.Ε. προς ένα βιώσιμο μέλλον.

Το σημαντικό χρηματοδοτικό κενό για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και η εξάρτηση από τρίτες χώρες για τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας αναδεικνύονται, ωστόσο, ως οι κύριοι ανασταλτικοί παράγοντες προς αυτήν την κατεύθυνση.

Το χάσμα καινοτομίας ανάμεσα στην Ευρώπη και σε άλλες προηγμένες χώρες (ΗΠΑ, Κίνα) πρέπει να γεφυρωθεί, επενδύοντας σε υποδομές και απλοποιώντας τις αδειοδοτικές διαδικασίες ανάπτυξης έργων καθαρής ενέργειας. Απώτερος στόχος είναι η εκβιομηχάνιση (industrialization) των πράσινων τεχνολογιών και κατ΄ επέκταση η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε. στην παγκόσμια αγορά.

Η ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας κρίσιμων πρώτων υλών, μέσω και του ‘’Critical Raw Materials Act’’, είναι καθοριστικής σημασίας και θα συμβάλλει σε λιγότερες εξαρτήσεις της Ε.Ε. από τρίτες χώρες και μειωμένες διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Σε αυτό αναμένεται να συμβάλει και η σύναψη διακρατικών συμφωνιών για τη διατήρηση μιας εύρωστης εφοδιαστικής αλυσίδας σε πόρους και τεχνολογικές επιλογές. Ήρθε ο καιρός να καλωσορίσουμε επενδύσεις και τεχνογνωσία από ξένες και ώριμες αγορές προκειμένου να διατηρήσουμε ασφαλή την τροχιά υλοποίησης της ενεργειακής μετάβασης.

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη βιώνει τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνται αυτήν την περίοδο στον κλάδο της ενέργειας και βρίσκεται στο σταυροδρόμι κρίσιμων οδών μεταφοράς ενέργειας. Η Ελλάδα είναι μία από τις δέκα ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες στον τομέα των ΑΠΕ και έχει τη δυνατότητα να γίνει τοπική υπερδύναμη («local superpower») στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Το 57% του ενεργειακού μίγματος καλύφθηκε από ΑΠΕ το 2023, με αντίστοιχα ρεκόρ πράσινης ηλεκτροπαραγωγής να σημειώνονται και το 2024.

To 2025 αναμένεται να είναι μια χρονιά «πράσινων» επιτυχιών και ρεκόρ.

O Όμιλος ΔΕΗ υλοποιεί τη δική του Πράσινη Συμφωνία (“Green Deal”) και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με επενδύσεις για ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε αρκετές χώρες της περιοχής, οδηγώντας τον εξηλεκτρισμό του ενεργειακού συστήματος και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Σύμφωνα με το Στρατηγικό Σχέδιο του Ομίλου ΔΕΗ, η επόμενη τριετία είναι η τριετία των ΑΠΕ στην παραγωγή, αλλά και η τριετία της πλήρους απολιγνιτοποίησης και των ευέλικτων μονάδων.

Την περίοδο 2025-2027, οι επενδύσεις θα ξεπεράσουν τα €10 δισ., κυρίως σε ΑΠΕ και δίκτυα, και η παραγόμενη ενέργεια θα αυξηθεί από τις 20TWh ετησίως στις 24TWh, παρά το κλείσιμο λιγνιτικών και άλλων ρυπογόνων μονάδων που παράγουν σήμερα 5TWh, χάρη στις προσθήκες νέων ΑΠΕ σε Ελλάδα και εξωτερικό που θα προσθέσουν ενέργεια 9TWh σε ετήσια βάση.

Η ΔΕΗ θα αναπτύξει 6,3 GW ΑΠΕ στην Ελλάδα αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με στόχο η εγκατεστημένη της ισχύς από ΑΠΕ να ανέλθει σε 11,8 GW έως το 2027. Ήδη, σήμερα, πάνω από το 60% των ΑΠΕ που θα προστεθούν είναι σε φάση κατασκευής ή έτοιμα προς κατασκευή. Για την υλοποίηση του υπόλοιπου 40% του στόχου, ο Όμιλος έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μέσα από μία ευρεία γκάμα έργων με ποια θα προχωρήσει ώστε να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος.

Ο τεχνολογικός και γεωγραφικός πλουραλισμός της ΔΕΗ την καθιστούν βασικό ενεργειακό πρωταγωνιστή στην πορεία της ενεργειακής μετάβασης στην Ευρώπη. Η δραστηριοποίηση σε όλες τις μορφές ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των υπεράκτιων αιολικών, των πλωτών φωτοβολταϊκών και των υβριδικών σταθμών, κάνουν τον Όμιλο ΔΕΗ να ξεχωρίζει και να εδραιώνει το Στρατηγικό του Σχέδιο σε στέρεες βάσεις. Οι κύριοι πυλώνες ανάπτυξης της πράσινης στρατηγικής περιλαμβάνουν την οργανική ανάπτυξη, τη συνανάπτυξη έργων σε συνεργασία με κορυφαίες ενεργειακές εταιρίες και τις εξαγορές.

Το 2025 προοιωνίζεται κρίσιμο και καθοριστικό για την πορεία εξέλιξης της ενεργειακής μετάβασης. Ένα επενδυτικό “boom” σε επενδύσεις καθαρής ενέργειας είναι αναγκαίο όσο ποτέ καθώς δεν υπάρχει χρόνος για καθυστέρηση. Το βιώσιμο μέλλον είναι μπροστά μας!
 

Ο κ. Κωνσταντίνος Μαύρος είναι Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος ΑΠΕ Ομίλου ΔΕΗ και Διευθύνων Σύμβουλος ΔΕΗ Ανανεώσιμες

 

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2024, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2025

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM