Η απόφαση του ΓεΔΕΕ για την εκμετάλλευση λιγνίτη και οι συνέπειές της
«Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)

Η απόφαση του ΓεΔΕΕ για την εκμετάλλευση λιγνίτη και οι συνέπειές της

15 10 2012 | 14:43

1. Οι λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος αποτελούν την κύρια πηγή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα, καθώς παράγουν περίπου το 60% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την τροφοδότηση του διασυνδεδεμένου συστήματος, ενώ συγχρόνως έχουν και το μικρότερο κόστος λειτουργίας σε σύγκριση με τις λοιπές ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες. Βάσει του νομοθετικού διατάγματος 4029/1959 και του νόμου 134/1975, η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραχωρήσει στη ΔΕΗ Α.Ε. τα δικαιώματα αναζητήσεως και εκμεταλλεύσεως του λιγνίτη για ορυχεία, των οποίων τα κοιτάσματα ανέρχονται σε περίπου 2.200 εκατομμύρια τόνους.

2.  Η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε σε αυτή ιδιώτης το 2003, εξέτασε το ζήτημα κατά πόσο η χορήγηση δικαιωμάτων για την εξόρυξη λιγνίτη υπέρ της ΔΕΗ Α.Ε. ή η διατήρηση σε ισχύ του ευνοϊκού αυτού καθεστώτος από την Ελληνική Δημοκρατία παραβιάζει τις διατάξεις περί δικαίου του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, αυτές των άρθρων 86 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 ΣυνθΕΚ (νυν 106 παρ. 1 και 102 ΣΛΕΕ). Κατόπιν της σχετικής διερεύνησης, η Επιτροπή εξέδωσε στις 5 Μαρτίου 2008 την απόφαση C(2008) 824, στο πλαίσιο της οποίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση και διατήρηση σε ισχύ των δικαιωμάτων για την εξόρυξη λιγνίτη αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου στο βαθμό που απονέμουν στη ΔΕΗ Α.Ε. προνομιακά δικαιώματα για την εκμετάλλευση του λιγνίτη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ανισότητα ευκαιριών μεταξύ επιχειρήσεων ως προς την πρόσβαση σε πρωτογενή καύσιμα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και να παρέχεται, συνεπώς, στη ΔΕΗ Α.Ε. η δυνατότητα να διατηρήσει ή να ενισχύσει τη δεσπόζουσα θέση, την οποία κατέχει στην ελληνική αγορά χονδρικής προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω του αποκλεισμού ή της παρακωλύσεως της εισόδου νέων ανταγωνιστών στην εν λόγω αγορά. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να άρει εκείνα τα κρατικά μέτρα που παραβιάζουν τους κανόνες του ανταγωνισμού.

3. Κατά της απόφασης της Επιτροπής, η ΔΕΗ προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΓεΔΕΕ, πρώην Πρωτοδικείου ΕΚ), ζητώντας την ακύρωσή της, ενώ υπέρ της ΔΕΗ παρενέβη η Ελληνική Δημοκρατία. Το Γενικό Δικαστήριο εστίασε την ανάλυσή του στην ερμηνεία του άρθρου 106 παρ. 1 ΣΛΕΕ (πρώην 86 παρ. 1 ΣυνθΕΚ), το οποίο απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, ιδίως προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις, στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται αυτοτελώς, αλλά σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της Συνθήκης, εν προκειμένω με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην 82), σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία επιχείρηση της δεσπόζουσας θέσεώς της στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Στην περίπτωση αυτή, παράβαση του άρθρου 106 παρ. 1 ΣΛΕΕ (πρώην 86 παρ. 1) στοιχειοθετείται μόνο εφόσον το κρατικό μέτρο αντιβαίνει προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην 82 Συνθ ΕΚ).

4. Το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο σε αποφάσεις του ΔΕΕ (πρώην ΔΕΚ), από τις οποίες άντλησε ερμηνευτικά αντίθετα πορίσματα σε σχέση με την ερμηνεία της Επιτροπής, επεσήμανε ότι το κράτος μέλος παραβιάζει τις ανωτέρω διατάξεις, όταν μία συγκεκριμένη επιχείρηση οδηγείται απλώς και μόνον με την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που της έχουν χορηγηθεί σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς της. Απαιτείται, επομένως, αφενός, η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, αφετέρου, η αιτιώδης πρόκλησή της από την απόλαυση ενός ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, η νόθευση του ανταγωνισμού δια της δημιουργίας ανισότητας ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών δεν επαρκεί για την θεμελίωση της παράβασης των ως άνω διατάξεων.

5. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, διαπιστώνοντας απλώς ότι η ΔΕΗ, πρώην μονοπωλιακή επιχείρηση, εξακολουθεί να διατηρεί δεσπόζουσα θέση στην αγορά χονδρικής προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας χάρη στο πλεονέκτημα που της εξασφαλίζει η προνομιακή πρόσβαση στον λιγνίτη και ότι η κατάσταση αυτή δημιουργεί ανισότητα ευκαιριών στη σχετική αγορά, δεν προσδιόρισε ούτε απέδειξε ότι το επίμαχο κρατικό μέτρο οδήγησε ή μπορούσε να οδηγήσει σε συγκεκριμένη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, η οποία και θα απαιτούνταν για τη στοιχειοθέτηση της αντίθεσής του με τις εν λόγω διατάξεις. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής.

6. Συμπερασματικά, το ΓεΔΕΕ απέκρουσε την άποψη ότι είναι επαρκής η στοιχειοθέτηση του ότι ένα κρατικό μέτρο νοθεύει τον ανταγωνισμό δια της δημιουργίας άνισων ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματικών «παικτών» εντός συγκεκριμένης σχετικής αγοράς. Αντίθετα, απαραίτητη είναι η απόδειξη του ότι λαμβάνει χώρα συγκεκριμένη (πραγματική ή δυνητική) καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της επωφελούμενης από το κρατικό μέτρο επιχείρησης. Η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής δεν πληρούσε κατά την άποψη του Δικαστηρίου αυτή την προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, έπρεπε, λόγω αυτής της νομικά πλημμελούς αιτιολογίας, να ακυρωθεί. Εντούτοις, με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα πρέπει από νομική σκοπιά να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις της εν λόγω απόφασης για την πορεία απελευθέρωσης της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 256 παρ. 1 εδ. β’ της ΣΛΕΕ η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενδέχεται να ασκηθεί από την Επιτροπή. Πέραν όμως αυτού, η υπόμνηση εκ μέρους του ΓεΔΕΕ της υποχρέωσης της Επιτροπής να αιτιολογεί με νομικά επαρκή τρόπο τις αποφάσεις της, δεν συνοδεύτηκε στο πλαίσιο της εν λόγω δικαστικής απόφασης από κάποια γενική νομική επιδοκιμασία του εν Ελλάδι ισχύοντος μέχρι σήμερα συστήματος προνομιακής πρόσβασης της ΔΕΗ στα λιγνιτικά κοιτάσματα. Κατ’ αυτή την έννοια είναι νομικά αυθαίρετες οι οιεσδήποτε ερμηνείες που υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω η εν λόγω απόφαση επιβάλλει τη διατήρηση του ισχύοντος πλαισίου προνομιακότητας, πολλώ δε μάλλον τη διατήρηση της μονοπωλιακής κτήσης λιγνιτικών ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων από τη ΔΕΗ. Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση απεφάνθη επί της ορθότητας της συγκεκριμένης νομικής επιχειρηματολογίας που υιοθέτησε η Επιτροπή στην ακυρωθείσα απόφασή της και, ως εκ τούτου, δεν εμπεριέχει μια γενική κρίση περί της συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο της προνομιακής πρόσβασης της ΔΕΗ στο λιγνίτη. Τούτο σημαίνει ότι ουδείς μπορεί να προδικάσει το κατά πόσο τυχόν αμφισβήτηση της συμβατότητας του συγκεκριμένου πλαισίου κατ’ επίκληση άλλων νομικών βάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου (λ.χ. της παραβίασης του ενωσιακού δικαίου κρατικών ενισχύσεων) θα οδηγούσε ή ενδέχεται να οδηγήσει το μέλλον σε παρόμοιες δικαστικές αποφάνσεις.

Επιμέλεια στήλης: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM