Οι προοπτικές της αποθήκευσης ενέργειας στις ΗΠΑ ενάντια στις μονάδες φυσικού αερίου
Η αποθήκευση ενέργειας με μπαταρίες γίνεται μια ολοένα και οικονομικότερη λύση για την εύρυθμη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος, ενώ έχει να ανταγωνιστεί τις μονάδες με καύσιμο το αέριο.
Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Platts, μέχρι στιγμής οι μονάδες αερίου θεωρούνταν απαραίτητες για το δίκτυο, καθώς είναι σε θέση να τεθούν σε λειτουργία γρήγορα και να προσφέρουν ενέργεια όταν χρειάζεται. Παρόλα αυτά, η πτώση του κόστους των μπαταριών δημιουργεί σιγά-σιγά τις προϋποθέσεις για δυναμική τους είσοδο στην αγορά.
Η GTM Research ανέφερε πρόσφατα σε σχετική εκδήλωση ότι στις ΗΠΑ οι μονάδες αερίου δεν καλούνται συχνά να επιτελέσουν το σκοπό αυτό. Χαρακτηριστικό είναι ότι η προβλεπόμενη ζήτηση για ισχύ αυτού του είδους ήταν πέρυσι 20 γιγαβάτ, ενώ στη χώρα λειτουργούσαν μονάδες αιχμής 120 γιγαβάτ με καύσιμο το αέριο. Οι ώρες λειτουργίας τους ανά εκκίνηση ήταν μόλις 5,3. Για παράδειγμα, η μονάδα Elk Station στο Τέξας, ισχύος 199 μεγαβάτ, λειτούργησε πέρυσι για 309 ώρες και έκανε 47 φορές εκκίνηση. Λειτουργούσε κατά μέσο όρο για 6,6 ώρες και μόλις μια φορά κλήθηκε να λειτουργήσει για πάνω από 10 ώρες.
Σε όρους επίπεδου κόστους ενέργειας, η GTM εκτιμά ότι μια μονάδα αποθήκευσης λειτουργίας οκτώ ωρών θα γίνει ανταγωνιστική ως προς τις μονάδες αερίου από το 2022 με περαιτέρω βελτίωση ως το 2027 στην πρώτη περίπτωση και αντίστοιχη επιδείνωση στη δεύτερη. Ως αποτέλεσμα, το 32% της νέας ισχύος με αέριο στις ΗΠΑ θα απειληθεί από τις μπαταρίες από το 2027 και μετά.
Όπως τόνισε σχετικά ο επικεφαλής του τομέα αποθήκευσης της GE, Ρομπ Μόργκαν, το θέμα τώρα είναι να εξεταστεί η πλευρά των εσόδων για τις μονάδες αποθήκευσης στις διάφορες αγορές της χώρας.
Ο αντιπρόεδρος της NRG Energy, Έιμπ Σίλβερμαν, δήλωσε σχετικά ότι “θα μπορούσαμε σήμερα να αντικαταστήσουμε όλες τις μονάδες αερίου με μπαταρίες στις ΗΠΑ αν το επιθυμούσαμε, αλλά δεν θα είχε οικονομικά νόημα παντού”.
Από την πλευρά του, ο Άντριου Γκίλμπερτ, διευθυντής στην Energy Capital Partners, σχολίασε πως “σε πολλές ανταγωνιστικές αγορές της χώρας, ο τρόπος που αποζημιώνεται η αξιοπιστία είναι μέσω των αγορών ισχύος. Σήμερα η αποθήκευση δεν πληροί τις προδιαγραφές για να συμμετέχει σε αυτές τις αγορές”.
Ο ίδιος προτείνει να υπάρξουν απαιτήσεις, όπως το πόση αιχμιακή ισχύς χρειάζεται ανά ώρα, αντί να ζητείται μια δεδομένη ισχύς αποθήκευσης, ώστε να υπάρχουν τα κατάλληλα τιμολογικά σήματα.
Τέλος, οι περισσότεροι ειδικοί με τους οποίους επικοινώνησε το Platts στάθηκαν ιδιαίτερα στις γραφειοκρατικές καθυστερήσεις που δεν φέρνουν τις απαραίτητες αλλαγές σύντομα. Παρόλα αυτά, σημειώνεται ότι οι αμερικανικοί διαχειριστές έχουν προθεσμία ως το Δεκέμβριο να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις της ομοσπονδιακής ρυθμιστικής αρχής που δημοσιεύτηκαν τον φετινό Φεβρουάριο.