Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Τράπεζα της Ελλάδας: Γιατί η Ελλάδα έχει υψηλό ενεργειακό κόστος – Φορολογία και κλειστή αγορά ρεύματος εκτόξευσαν τις τιμές

Κωνσταντίνος Φιλίππου

Τεράστια επιβάρυνση γνωρίζουν νοικοκυριά κι επιχειρήσεις από την έκρηξη του ενεργειακού κόστους.

Σύμφωνα με έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδας τα τελευταία 11 χρόνια οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 150% και για τις επιχειρήσεις 44%. Το ρεύμα καίει… τους οικογενειακούς λογαριασμούς και τους οικονομικούς προϋπολογισμούς των επιχειρήσεων εξαιτίας της εκτίναξης της φορολόγησης ιδίως από το 2010 και μετά αλλά και της δεσπόζουσας θέσης της ΔΕΗ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος ανάπτυξης του ανταγωνισμού τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια.

Η διαπίστωση της μελέτης που έκανε η διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της κεντρικής τράπεζας διαπιστώνει: «Η αύξηση του ενεργειακού κόστους τα τελευταία χρόνια οφείλεται στη σημαντική άνοδο των τιμών της ενέργειας, τόσο στην αγορά χονδρικής όσο και στην αγορά λιανικής. Οι τιμές των πετρελαιοειδών, του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου διαμορφώθηκαν σε υψηλά επίπεδα λόγω και της σημαντικής αύξησης των φόρων και άλλων επιβαρύνσεων».

 Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρει η ΤτΕ, «οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά περίπου 150% την περίοδο 2005-2016, φθάνοντας το 2016 τα 0,17 ευρώ/KWh από 0,07 ευρώ/KWh το 2005. Αν και παραμένουν χαμηλότερες από το μέσο όρο της ΕΕ», προσθέτει ότι «η σημαντική αύξησή τους δείχνει ταχύτερη επιδείνωση του κόστους διαβίωσης στην Ελλάδα αυτή την περίοδο».

Μεγάλη  ήταν η επιβάρυνση και της ελληνικής βιομηχανίας: «Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στη βιομηχανία κατέγραψαν επίσης σημαντική αύξηση (44%), ανερχόμενες στα 0,09 ευρώ/KWh το 2016 από 0,06 ευρώ/KWh το 2005, μεγαλύτερη της αύξησης του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ως αποτέλεσμα, το 2016 οι ελληνικές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία (0,093 ευρώ/KWh) κατέληξαν υψηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου (0,081 ευρώ/KWh), αποτελώντας αντικίνητρο για παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ και συμβάλλοντας αρνητικά στην εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων», αναφέρει η έκθεση περιγράφοντας τις επιπτώσεις στο κόστος των επιχειρήσεων.

Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Οι αναλυτές της ΤτΕ, τονίζουν ότι σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στις υψηλές τιμές είναι η δομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η αγορά χαρακτηριζόταν από μονοπωλιακές δομές που είχαν ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και τη δυσκολία εισόδου νέων επιχειρήσεων στον κλάδο παραγωγής. Όπως εξηγεί η διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών: «Η κάθετα ολοκληρωμένη κρατική εταιρία ηλεκτρισμού “Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.” (ΔΕΗ) είχε τα αποκλειστικά δικαιώματα για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος μέσω λιγνίτη και υδροηλεκτρικών εργοστασίων, αλλά και για τη διαχείριση των δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος».

Οι επιπτώσεις σύμφωνα με την έκθεση είναι: «Η έλλειψη ανταγωνισμού τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια ηλεκτρισμού επηρέασε αρνητικά την εγχώρια αγορά, περιορίζοντας τις διαθέσιμες επιλογές για χαμηλότερες τιμές και καλύτερες υπηρεσίες», αλλά ακόμη και σήμερα «η ΔΕΗ συνεχίζει να δεσπόζει στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιπροσωπεύει το 79% της εγκατεστημένης θερμικής ισχύος και το 75% περίπου της παραγωγής θερμικής ηλεκτρικής ενέργειας», υποστηρίζει η ΤτΕ και περιγράφει τις συνθήκες της κλειστής αγοράς και στην λιανική: «Αλλά και το μερίδιο της λιανικής αγοράς που κατέχει η ΔΕΗ παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, παρ’ όλη τη μείωση που παρατηρήθηκε μετά τις ρυθμίσεις του 2013. Συγκεκριμένα, το μερίδιό της φθάνει στο 88% το 2016. Επιπλέον, 17 προμηθευτές δραστηριοποιούνταν στην αγορά λιανικής και το δεύτερο μεγαλύτερο κατά σειρά μερίδιο αγοράς προμηθευτή ήταν 2,9% το 2016».

Πελάτες και λογαριασμοί της ΔΕΗ

Το μερίδιο της ΔΕΗ είναι το υψηλότερο στην ΕΕ, υψηλότερο ακόμη και σε σχέση με χώρες της ΕΕ με λιγότερο απελευθερωμένες αγορές, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ρουμανία.

Αξίζει να επισημανθεί ότι για ένα σημαντικό τμήμα πελατών της ΔΕΗ δεν είναι εύκολο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις προκειμένου να μετακινηθούν σε εναλλακτικό προμηθευτή. Κατά την έκθεση υπάρχουν ευνοημένοι καταναλωτές:

«Σε αυτό το τμήμα ανήκουν οι αγρότες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα φθηνά τιμολόγια της ΔΕΗ, οι μεγάλοι βιομηχανικοί πελάτες που απολαμβάνουν κάποιες εκπτώσεις, καθώς και οι φορείς που στεγάζονται σε δημόσια κτίρια».

Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους πελάτες της δημόσιας εταιρίας αυτοί έχουν κάνει ελάχιστη χρήση της δυνατότητας αλλαγής προμηθευτή. Η εξήγηση που δίνει η ΤτΕ είναι: «Πιθανός λόγος για αυτή την καταναλωτική συμπεριφορά είναι η εσφαλμένη αντίληψη σχετικά με τα πιθανά οικονομικά οφέλη και την πολυπλοκότητα της διαδικασίας αλλαγής. Η πολυπλοκότητα του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας και το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει αρκετά στοιχεία που δεν σχετίζονται με αυτή, όπως τα δημοτικά τέλη και τα τέλη τηλεόρασης, έχει επίσης αναγνωριστεί ως πιθανός φραγμός στην αλλαγή προμηθευτή».

Ο ρόλος των ΝΟΜΕ

Η έκθεση στη συνέχεια περιγράφει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα σε σχέση με τη θέση της ΔΕΗ. Υπογραμμίζει ότι «το μερίδιο αγοράς της  πρέπει να μειωθεί στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής» και επικεντρώνεται στον μηχανισμό των δημοπρασιών ΝΟΜΕ: «Οι δημοπρασίες NOME, οκτώ σύμφωνα με το νόμο του 2016 για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ν. 4389/2016), επιτρέπουν διμερείς συμφωνίες μεταξύ παραγωγών και διανομέων ηλεκτρικής ενέργειας (ουσιαστικά επιτρέπουν σε εναλλακτικούς προμηθευτές να αγοράσουν ηλεκτρικό ρεύμα από τη ΔΕΗ). Μέσω των δημοπρασιών η ΔΕΗ θα πωλήσει περίπου 40% της παραγωγής της από λιγνιτικούς και υδροηλεκτρικούς σταθμούς (στους οποίους έχει μονοπώλιο). Οι δημοπρασίες NOME και ο αυξανόμενος αριθμός συμμετεχόντων στην αγορά αποτελούν θετική πρώτη ένδειξη για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση την παροχή στους καταναλωτές καλύτερων υπηρεσιών σε χαμηλότερες τιμές», τονίζει η έκθεση.

Η έκρηξη των φόρων  

Οι σημαντικές αυξήσεις που παρατηρήθηκαν στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην υψηλή φορολογική επιβάρυνση, διαπιστώνουν οι αναλυτές αναφερόμενοι στον δεύτερο παράγοντα της διόγκωσης του ενεργειακού κόστους.

Ο φορολογικός συντελεστής αυξήθηκε σημαντικά το 2010 και μάλιστα κατέληξε υψηλότερος του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ, αντιστρέφοντας την εικόνα που ίσχυε μέχρι τότε. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2009 ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής για την ενέργεια ήταν στην Ελλάδα κάτω από τα 150 ευρώ ανά τόνο ισοδύναμου πετρελαίου και στην Ε.Ε. ήταν στα 200 ευρώ. Από τότε άρχισε στη χώρα μας η ραγδαία αύξηση του φόρου με αποτέλεσμα το 2016 να έχει διαμορφωθεί λίγο κάτω από τα 350 ευρώ ανά τόνο ισοδύναμου πετρελαίου όταν στην Ε.Ε. ανέβηκε πριν τα 250 ευρώ.

 Η αύξηση του φορολογικού συντελεστή το 2010 αύξησε τα φορολογικά έσοδα από την ενέργεια, αλλά και το μερίδιό τους στα συνολικά φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα με την ΤτΕ τα φορολογικά έσοδα από την ενέργεια το 2016 εκτινάχθηκαν σχεδόν στα 5,5 δις. ευρώ όταν το 2005 ήταν στα 2,5 δις. και το 2010 πάνω από τα 4 δις. ευρώ.  Μέχρι στιγμής και με βάση τους στόχους για τη δημοσιονομική προσαρμογή και τα δημοσιονομικά έσοδα, δεν σχεδιάζεται μεταβολή των φορολογικών συντελεστών στην ενέργεια.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα