Πώς ο ΟΠΕΚ+ έχει χάσει τον έλεγχο των αγορών πετρελαίου - Η «εκκωφαντική» σιωπή Ριάντ και Μόσχας

Πώς ο ΟΠΕΚ+ έχει χάσει τον έλεγχο των αγορών πετρελαίου - Η «εκκωφαντική» σιωπή Ριάντ και Μόσχας

Πώς ο ΟΠΕΚ+ έχει χάσει τον έλεγχο των αγορών πετρελαίου - Η «εκκωφαντική» σιωπή Ριάντ και Μόσχας

Για δεκαετίες, η σιωπή του ΟΠΕΚ και, στη συνέχεια, του ΟΠΕΚ+ δεν σήμαινε αδυναμία. Συχνά ήταν ένδειξη ότι οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις διεξάγονταν πίσω από κλειστές πόρτες και ότι οι μεγάλοι πετρελαιοπαραγωγοί δρομολογούσαν αποφάσεις ικανές να διαμορφώσουν τις διεθνείς αγορές.

Σήμερα, η εικόνα αυτή αλλάζει. Ο ΟΠΕΚ+ εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς. Διαθέτει τεράστια αποθέματα, σημαντικό μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγής και μεγάλο μέρος της διαθέσιμης εφεδρικής παραγωγικής δυναμικότητας. Ωστόσο, η δυνατότητά του να διαμορφώνει τις εξελίξεις περιορίζεται καθώς πόλεμοι, κυρώσεις, επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές και περιορισμοί στις εξαγωγές επηρεάζουν πλέον την πραγματική προσφορά περισσότερο από τις επίσημες ποσοστώσεις.

Από το 2022 στη σημερινή κρίση

Η διαφορά σε σχέση με το 2022 είναι χαρακτηριστική. Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, τα βλέμματα στράφηκαν αμέσως στον ΟΠΕΚ+. Το Brent ξεπέρασε τα 105 δολάρια το βαρέλι, οι κυρώσεις απειλούσαν τις ρωσικές εξαγωγές και η συμμαχία έπρεπε να αποφασίσει αν θα διατηρούσε την προγραμματισμένη αύξηση της παραγωγής κατά 400.000 βαρέλια ημερησίως.

Παρά τη γεωπολιτική κρίση, ο ΟΠΕΚ+ παρέμενε τότε το βασικό κέντρο λήψης αποφάσεων για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Σήμερα η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο πόλεμος γύρω από το Ιράν, οι περιορισμοί στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, η επιδείνωση της ασφάλειας στην Ερυθρά Θάλασσα, οι διαταραχές στη ρωσική παραγωγή και τις εξαγωγές και η πίεση στη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η παραγωγή είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, επτά χώρες —Σαουδική Αραβία, Ρωσία, Ιράκ, Κουβέιτ, Καζακστάν, Αλγερία και Ομάν— αποφάσισαν να διατηρήσουν για τον Οκτώβριο τις ποσοστώσεις παραγωγής του Σεπτεμβρίου. Η επόμενη συνεδρίαση έχει προγραμματιστεί για τις 4 Οκτωβρίου.

Μπορεί  η απόφαση να αποτυπώνει μία συνέχεια στην πολιτική του πετρελαϊκού καρτέλ,  ταυτόχρονα  όμως, καταδεικνύει ότι σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών, ναυτιλιακών και υποδομικών κινδύνων, η ορατή αντίδραση της συμμαχίας παραμένει κυρίως διοικητική.

Η σιωπή Ριάντ και Μόσχας

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία έχουν διακόψει τον συντονισμό τους. Οι διμερείς επαφές εκτιμάται ότι συνεχίζονται, έστω και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Για τις αγορές, όμως, ο ιδιωτικός συντονισμός δεν αρκεί. Η ισχύς του ΟΠΕΚ+ βασίζεται και στην αξιοπιστία των σημάτων που εκπέμπει. Όταν το Ριάντ και η Μόσχα δεν παρουσιάζουν κοινή εκτίμηση για μια κρίση στην προσφορά, η ίδια η σιωπή τους αποκτά σημασία.

Για τους επενδυτές μπορεί να σημαίνει πιθανές στρατηγικές αποκλίσεις, περιορισμένα περιθώρια κινήσεων ή απλώς απροθυμία ανάληψης δεσμεύσεων που θα μπορούσαν σύντομα να καταστούν ξεπερασμένες από τις εξελίξεις.

Οι εσωτερικές πιέσεις

Η πρώτη πρόκληση είναι θεσμική. Οι σημαντικότερες αποφάσεις λαμβάνονται πλέον από έναν μικρότερο πυρήνα χωρών. Αυτό μπορεί να διευκολύνει τον συντονισμό, αλλά ταυτόχρονα εγείρει ερωτήματα για τη συνοχή και τη μελλοντική επιρροή της συμμαχίας.

Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τον Μάιο ήταν χαρακτηριστική. Ένας μεγάλος παραγωγός με αυξανόμενη παραγωγική δυναμικότητα επέλεξε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων εκτός του καρτέλ. Το Ιράκ πιέζει για υψηλότερη ποσόστωση, επικαλούμενο την αυξημένη παραγωγική του δυναμικότητα, ενώ και η θέση της Βενεζουέλας βρίσκεται υπό πίεση.

Το ζήτημα των βάσεων παραγωγής για το 2027 δεν θα είναι απλώς μια τεχνική διαπραγμάτευση. Θα καθορίσει ποιοι παραγωγοί θα μπορούν να αξιοποιήσουν τις επενδύσεις τους και ποιοι θα συνεχίσουν να περιορίζουν την παραγωγή τους στο πλαίσιο της συλλογικής πολιτικής.

Όταν η ποσόστωση δεν σημαίνει πραγματική προσφορά

Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι το χάσμα ανάμεσα στις επίσημες ποσοστώσεις και την πραγματική παραγωγή.

Κατά τη διάρκεια του 2026, ο ΟΠΕΚ+ αύξησε σταδιακά τις ποσοστώσεις παραγωγής, ενώ παράλληλα άρχισε να επαναφέρει στην αγορά τα 1,65 εκατ. βαρέλια ημερησίως των εθελοντικών περικοπών που είχαν επιβληθεί το 2023.

Στόχος ήταν η αύξηση της προσφοράς και η ανάκτηση μεριδίου αγοράς. Στην πράξη, όμως, αρκετοί παραγωγοί δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις ποσοστώσεις τους. Πόλεμοι, κυρώσεις, ζημιές σε υποδομές και περιορισμοί στις εξαγωγές εμποδίζουν την αύξηση των πραγματικών ροών.

Το πετρέλαιο πρέπει να φτάσει στον προορισμό του

Η σημερινή κρίση δείχνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην παραγωγή αλλά και στη μεταφορά. Η κυκλοφορία μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει υποχωρήσει σημαντικά. Η Σαουδική Αραβία έχει αναγκαστεί να ανακατευθύνει φορτία μετά τις επιθέσεις στον αγωγό East-West, οι φορτώσεις στο Yanbu έχουν διακοπεί, ενώ οι μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο στην περιοχή της Fujairah και του Ομάν αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις.

Παράλληλα, η ίδια η διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων μετατρέπεται σε περιοριστικό παράγοντα. Μια αύξηση της παραγωγής στον Περσικό Κόλπο δεν σημαίνει επομένως αυτόματα αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς στις διεθνείς αγορές. Αν το βαρέλι δεν μπορεί να μεταφερθεί με ασφάλεια, σε ανταγωνιστικό κόστος και με προβλέψιμο τρόπο, η πρόσθετη παραγωγή έχει περιορισμένη πρακτική αξία.

Αυτό αποτελεί δομικό περιορισμό για τον ΟΠΕΚ+. Η συμμαχία δημιουργήθηκε για να συντονίζει την παραγωγή — όχι για να προστατεύει θαλάσσια περάσματα, δεξαμενόπλοια, αγωγούς ή ασφαλιστικές καλύψεις.

Η δύσκολη εξίσωση Ριάντ - Μόσχας

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η ολοένα πιο δύσκολη ισορροπία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ρωσίας.

Το Ριάντ επιδιώκει σταθερότητα των τιμών, αξιόπιστη εφεδρική παραγωγική δυναμικότητα και επαρκή πετρελαϊκά έσοδα για τη χρηματοδότηση του οικονομικού μετασχηματισμού του. Η Μόσχα, από την άλλη, χρειάζεται έσοδα από τις εξαγωγές, γεωπολιτική επιρροή και τη δυνατότητα να ανακατευθύνει φορτία που υπόκεινται σε κυρώσεις μέσω εναλλακτικών εμπορικών και ναυτιλιακών δικτύων.

Η συνεργασία τους ήταν ευκολότερη όταν οι περικοπές παραγωγής στήριζαν τις τιμές χωρίς να απειλούν σοβαρά το μερίδιο αγοράς κανενός.

Σήμερα η εξίσωση είναι δυσκολότερη. Η Ρωσία αντιμετωπίζει ζημιές λόγω του πολέμου, κυρώσεις, προβλήματα logistics και πιέσεις στη διύλιση και τις εξαγωγές. Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει άμεσες απειλές στις ενεργειακές της υποδομές, ενώ παράλληλα πρέπει να προστατεύσει τόσο τα έσοδά της όσο και τη θέση της ως αξιόπιστου προμηθευτή.

Το Ριάντ δύσκολα μπορεί να συνεχίσει επ’ αόριστον να επωμίζεται το βάρος των περικοπών όταν άλλοι παραγωγοί δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους. Για τη Μόσχα, όμως, μια νέα μείωση παραγωγής συνεπάγεται πιθανή απώλεια εσόδων.

Το δίλημμα του μεριδίου αγοράς

Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος. Οι πολυετείς περιορισμοί παραγωγής των πετρελαιοπαραγωγών χωρών συνέβαλαν στην ενίσχυση παραγωγών εκτός της συμμαχίας, όπως οι ΗΠΑ, η Βραζιλία, η Γουιάνα και ο Καναδάς.

Κάθε περικοπή στηρίζει τις τιμές, αλλά ταυτόχρονα αφήνει χώρο στους ανταγωνιστές. Η προσπάθεια ανάκτησης αυτού του μεριδίου μέσω της αύξησης της παραγωγής συμπίπτει τώρα με μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εξελίξεις εμποδίζουν αρκετούς παραγωγούς να παραδώσουν τις ποσότητες που τους επιτρέπουν οι ποσοστώσεις τους.

Ο ΟΠΕΚ+ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα: περιορισμός της παραγωγής και περαιτέρω απώλεια μεριδίου αγοράς ή αύξηση των ποσοστώσεων με κίνδυνο να διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ των επίσημων στόχων και των πραγματικών ροών.

Η επόμενη ημέρα

Ο ΟΠΕΚ+ πάντως, δεν βρίσκεται μπροστά σε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης. Η εφεδρική παραγωγική δυναμικότητα της Σαουδικής Αραβίας παραμένει κρίσιμη, ενώ η ρωσική προσφορά εξακολουθεί να έχει συστημική σημασία.

Το ερώτημα είναι πώς θα μετατρέψει αυτά τα εργαλεία σε αξιόπιστη επιρροή.

Μια πιθανή κατεύθυνση είναι να παραμείνει μια χαλαρότερη πολιτική συμμαχία, με αποφάσεις για την παραγωγή που δεν θα έχουν το ίδιο βάρος με το παρελθόν. Μια άλλη είναι η περαιτέρω συγκέντρωση της λήψης αποφάσεων γύρω από τη Σαουδική Αραβία και έναν μικρό αριθμό παραγωγών με πραγματική δυνατότητα αύξησης της προσφοράς.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM