Μύθοι για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς
Αν διαβάσει κάποιος δημοσιεύματα στον τύπο της Θεσσαλίας και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με φωτοβολταικούς σταθμούς, θα εκπλαγεί από την ένταση: Διαμαρτυρίες, καταγγελίες, μέχρι και δικογραφίες για ποικίλους λόγους, όπως «αποχαρακτηρισμούς» γης υψηλής παραγωγικότητας, έλλειψη χωροταξίας, ευνοϊκή μεταχείριση μεγάλων φωτοβολταικών σε βάρος αγροτικών και τελικά πολιτική αντιπαράθεση. Η ένταση και η υπερβολή στο δημόσιο διάλογο μπορεί να δικαιολογηθεί για τους πολιτικούς. Ωστόσο οι μη-πολιτικοί μπορούν να αποφεύγουν τις υπερβολές και να προτιμούν τη γνώση. Οι «πληροφορίες» που διακινούνται για τα φωτοβολταικά οφείλονται σε πλημμελή ενημέρωση και αφορούν είτε παρατυπίες, είτε ελλείψεις του θεσμικού πλαισίου:
Α) Η πρώτη ομάδα διακινούμενων πληροφοριών αφορά «παράτυπους» αποχαρακτηρισμούς γαιών και αδειοδότησεις μεγάλων φωτοβολταικών εντός γαιών υψηλής παραγωγικότητας.
Μερικές φορές η Πολιτεία νομοθετεί με επιπολαιότητα, αλλά ως προς τις γαίες υψηλής παραγωγικότητας νομοθετεί με σταθερότητα από το 1998, με το άρθρο 56 του Νόμου 2637/1998. Η διατύπωση του άρθρου αυτού παραμένει ίδια επί 3 δεκαετίες: «Σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της οικείας περιφερειακής ενότητας ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, απαγορεύεται η άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκτός από την αγροτική». Εξαιρέσεις μπορούν να υπάρξουν για την παραγωγική γη μόνο με νομοθετική ρύθμιση, είτε για την ανάπτυξη εθνικών υποδομών (π.χ. στρατιωτικά έργα), είτε προς όφελος των ίδιων των αγροτών-ιδιοκτητών αγροτεμαχίων όπως δείχνουν τα χαρακτηριστικά παραδείγματα :
i) Με το άρθρο 9 του Νόμου 3851/2010, επετράπη κατ’ εξαίρεση η εγκατάσταση μικρών φωτοβολταικών σταθμών (ισχύος έως 1MW) σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας και μέσω Υπουργικής απόφασης καθορίστηκε εδαφοκάλυψη αρχικά σε ποσοστό έως 1% και μετά έως 0,8% ανά περιφερειακή ενότητα. Η εξαίρεση εκείνη είχε θεσμοθετηθεί για την υλοποίηση του προγράμματος «Αγροτικά φωτοβολτα’ι’κά», δηλαδή μικρών φωτοβολταικών ιδιοκτησίας αγροτών με προνόμιο προτεραιότητας σύνδεσης στα δίκτυα και υψηλής τιμής αποζημίωσης παραγόμενης ενέργειας.
ii) Με το άρθρο 50 του Νόμου 5035/2023 επετράπη ο χαρακτηρισμός αγροτεμαχίων αναδασμών 40 χρόνια μετά την κύρωση τους, με τα κανονικά κριτήρια του Ν 2637/1998, που ισχύουν για τις λοιπές γαίες και βάσει πραγματικών συνθηκών, προκειμένου οι ιδιοκτήτες να μπορέσουν να αποδεσμεύσουν και να αξιοποιήσουν τη γη τους. Ως γνωστό, οι αναδασμοί (συνενώσεις μικροιδιοκτησιών) γίνονταν στο παρελθόν με σκοπό να υλοποιηθούν αρδευτικά - στραγγιστικά έργα και να αυξηθεί η γεωργική παραγωγικότητα σε μια περιοχή. Εφόσον λοιπόν δεν έχει υλοποιηθεί κανένα έργο βελτίωσης σε κάποιο αναδασμό επί 40 χρόνια, δεν έχει λογική η συνέχιση της δέσμευσης της αντίστοιχης γης των αγροτών.
iii) Με το άρθρο 38 του Νόμου 5184/2025 δόθηκε εξαίρεση από τον περιορισμό ποσοστού εδαφοκάλυψης, αποκλειστικά για αγρότες, στα πλαίσια υλοποίησης του νέου προγράμματος «Φωτοβολταικά στο χωράφι» , διότι σε μερικές περιφερειακές ενότητες έχει ήδη εξαντληθεί το όριο κάλυψης εντός γαιών υψηλής παραγωγικότητας. Το πρόγραμμα αυτό αφορά «αυτοπαραγωγή» ηλεκτρικής ενέργειας και περιλαμβάνει επιδότηση 30% του εξοπλισμού.
Συμπερασματικά, η γενική απαγόρευση παραμένει διαχρονικά σταθερή και δεν έχουν υπάρξει εξαιρέσεις , παρά μόνο νομοθετικές ρυθμίσεις προς όφελος αγροτών-μικρών παραγωγών.
Β) Η δεύτερη ομάδα πληροφοριών που διακινούνται αφορά έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού, υπερβολική κατάληψη αγροτικής γης και έλλειψη ενεργειακής δημοκρατίας σε βάρος των μικρών παραγωγών ΑΠΕ.
Τα περί έλλειψης χωροταξικού σχεδιασμού αποτελούν μύθο , διότι αρκετοί συμπολίτες μας εσφαλμένα πιστεύουν ότι τα χωροταξικά σχέδια έχουν «αδειοδοτικό» χαρακτήρα. Ωστόσο, ο χαρακτήρας του χωροταξικού σχεδιασμού είναι «στρατηγικός», δηλαδή αφορά γενικές κατευθύνσεις και κανόνες προς τις αδειοδοτικές Αρχές και τις επιχειρήσεις . Με απλά λόγια, ο χωροταξικός σχεδιασμός βοηθά: i) να ασκούν καλύτερα το έργο τους οι αδειοδοτικές Υπηρεσίες και ειδικά την περιβαλλοντική αδειοδότηση και ii) να αποφεύγουν οι επιχειρήσεις συγκρούσεις με λοιπές δραστηριότητες. Υφίσταται από τo 2008 ειδικός χωροταξικός σχεδιασμός για τις ΑΠΕ (ΚΥΑ 49828/2008) και σε ό,τι αφορά τoυς φωτοβολταικούς σταθμούς προβλέπει (αυτονόητα) τη χωροθέτηση τους σε «άγονες» περιοχές. Το 2008 δεν είχαν θεσπιστεί ελάχιστες αποστάσεις από γειτνιάζουσες χρήσεις λόγω έλλειψης διεθνούς εμπειρίας, αλλά πλέον έχουν προβλεφθεί στη μελέτη αναθεώρησης του ΕΧΠ-ΑΠΕ, όπως ισχύει για τις λοιπές ΑΠΕ.
Παράλληλα υπάρχει η εσφαλμένη εντύπωση «υπερβολικής κατάληψης αγροτικής γης». Οι αυξημένοι εθνικοί στόχοι της χώρας για το 2050, περιλαμβάνουν εγκατάσταση 35.000 MW φωτοβολταικών. Με βάση τον κανόνα κάλυψης των «14 στρεμμάτων ανά μεγαβάτ (ΜW)» , που εφαρμόζει η Πολιτεία στους υπολογισμούς (στην πραγματικότητα η κάλυψη είναι μικρότερη: περίπου 10 στρέμματα ανά MW) , θα χρειαστεί να δεσμευτούν μέχρι το μακρινό 2050, συνολικά 35.000 Χ 14 = 490.000 στρέμματα. Δεδομένου ότι το σύνολο της αγροτικής γης της χώρας είναι περίπου 38.000.000 στρέμματα, με απλή διαίρεση γίνεται εμφανές ότι για τους εθνικούς στόχους θα χρειαστεί να δεσμευτεί κατά μέγιστον το 1,29% της αγροτικής γης, ποσοστό προφανώς πολύ μικρό για να αποτελεί αντικείμενο εντάσεων.
Τα περί έλλειψης ενεργειακής δημοκρατίας σχετίζονται με τον «ηλεκτρικό κορεσμό» δηλαδή τη σημερινή αδυναμία μικρών σταθμών φωτοβολταικών να συνδεθούν στα δίκτυα διανομής (χαμηλής και μέσης τάσης) του ΔΕΔΔΗΕ. Συνήθως δεν γίνεται κατανοητό - αφού αποτελεί τεχνική πληροφορία - πως ο «ηλεκτρικός χώρος» που δεσμεύεται για μεγάλους σταθμούς ΑΠΕ σχετίζεται αποκλειστικά με γραμμές μεταφοράς και υποσταθμούς ΑΔΜΗΕ, υψηλής & υπερυψηλής τάσης (150ΚV & 400KV) και δεν επηρεάζει τους μικρούς παραγωγούς. Αν κάποιος ανατρέξει στα δημόσια αρχεία του Διαχειριστή δικτύου και το γεωπληροφοριακό σύστημα της ΡΑΑΕΥ , μπορεί να αντιληφθεί τα αίτια του σημερινού «κορεσμού» των δικτύων: Θα διαπιστώσει πως στις περισσότερες περιοχές υπήρξαν πολλαπλά-επαναλαμβανόμενα αιτήματα μικρών φωτοβολταικών από φυσικά πρόσωπα, μονοπρόσωπες ΙΚΕ και Ενεργειακές Κοινότητες, την περίοδο 2018-2022. Επομένως, θα μπορούσε να κατακρίνει την Πολιτεία για την καθυστέρηση αντίδρασης στις «υπερβολές» των αιτήσεων και τον επερχόμενο κορεσμό των δικτύων διανομής του ΔΕΔΔΗΕ, αλλά όχι για την ανεξάρτητη αδειοδότηση έργων ΑΠΕ στο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας του ΑΔΜΗΕ.
Ο αγροτικός κόσμος έχει άλλα προβλήματα και όχι σύγκρουση χρήσεων με την πράσινη μετάβαση και τους φωτοβολταικούς σταθμούς. Ομοίως οι εταιρείες των φωτοβολταικών σταθμών έχουν δικά τους προβλήματα και η «βιασύνη» επίτευξης των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, αποτελεί από μόνη της πρόβλημα: Ήδη υπάρχει υπερπαραγωγή ηλεκτρισμού τις μεσημβρινές ώρες και περικοπές ισχύος των σταθμών ΑΠΕ, με ενδείξεις για δυσκολίες βιωσιμότητας τους στο μέλλον. Η ιστορία έχει δείξει πως οι υπερβολές και οι εντάσεις δεν λύνουν προβλήματα και ασφαλώς δεν είναι πάντοτε ακριβείς οι πληροφορίες που διακινούνται στο διαδίκτυο.
*Ο Κωνσταντίνος Βρεττός είναι διπλ. Μηχανολόγος Μηχ/κος, ΜΒΑ, μέλος της ομάδας μελετητών αναθεώρησης του ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.