Κλιματική αλλαγή και υδρογονάνθρακες
του Πόλυ Μιχαηλίδη

Κλιματική αλλαγή και υδρογονάνθρακες

15 03 2016 | 11:26

Η πρόσφατη συμφωνία, που επιτεύχθηκε στη Διάσκεψη των Παρισίων (στις 12/12/2015) για την Κλιματική Αλλαγή, είναι η πρώτη συμφωνία στην οποία πλούσιες/βιομηχανικές και φτωχές/αναπτυσσόμενες χώρες συναίνεσαν, όχι δεσμευτικά βάσει του Διεθνούς Δικαίου (διότι ήταν πολλές οι διαφορές τους) να μειώσουν τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου. Δηλαδή, του διοξειδίου του άνθρακα (CO2), που παράγεται από τη χρήση κυρίως των ορυκτών καυσίμων (υδρογονανθράκων και γαιάνθρακα/πετροκάρβουνου). Αρχικός στόχος, να περιορισθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη στους 1,5-2°C (Κελσίου) σε σχέση με τη θερμοκρασία, που επικρατούσε στη προ-βιομηχανική περίοδο, δηλαδή μέχρι το 1900. Τελικός στόχος, να μειωθούν στο δεύτερο μισό του αιώνα οι εκπομπές CO2 στο επίπεδο εκείνο, που να μπορούν ν' απορροφηθούν από τα δάση και, με αυτό τον τρόπο, να επιτευχθεί η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της έκλυσης αερίων και της δυνατότητας φυσικής απορρόφησής τους. Υπόβαθρο της συμφωνίας που θα τεθεί σε ισχύ το 2020, αποτελεί η υποβολή σχεδίων προστασίας του κλίματος, που κατατέθηκαν εθελοντικά από 186 κράτη (μεταξύ των οποίων και η Κύπρος) σε σύνολο 195 που συμμετείχαν.

Το ερώτημα που απορρέει από τα πιο πάνω, είναι κατά πόσον ο φιλόδοξος αυτός στόχος είναι εφικτός, ακόμη και εάν τα προαναφερθέντα σχέδια των κρατών υλοποιηθούν. Γι' αυτό, όλα τα κράτη δεσμεύτηκαν, όπως υποβάλλουν από το 2020 κάθε 5 χρόνια εκθέσεις/σχέδια, στα οποία να φαίνονται οι προσπάθειές τους. Οι πλούσιες δε χώρες δεσμεύτηκαν να συγκεντρώσουν ποσό 100 δισ. δολαρίων για να διατεθούν στις αναπτυσσόμενες χώρες για χρήση καθαρών πηγών ενέργειας. Βέβαια, πουλώντας σχετική τεχνολογία, οι πλούσιες χώρες θα ανακτήσουν τη «βοήθειά» τους προς τις αναπτυσσόμενες και με το παραπάνω... Ιδιαίτερη σημασία έχει όμως το γεγονός, λαμβάνοντας υπ' όψιν και την πλήρη αποτυχία της προηγούμενης διάσκεψης του 2009 στην Κοπεγχάγη, ότι την επόμενη μέρα της πιο πάνω Συμφωνίας των Παρισίων (ονομάσθηκε και «Συμφωνία για τη διάσωση του πλανήτη») όλα τα ΜΜΕ έδειχναν αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, καθώς και τους αρμόδιους για το περιβάλλον υπουργούς, να δηλώνουν την πλήρη ικανοποίησή τους για το «ιστορικό» της αποτέλεσμα. Δηλαδή ότι η συμφωνία αυτή αποτελεί την «αρχή του τέλους» της χρήσης των ορυκτών καυσίμων (υδρογονανθράκων και γαιάνθρακα) υποβαθμίζοντας ή/και αγνοώντας το γεγονός, ότι η συνεχιζόμενη (μέχρι πότε;) κατρακύλα των τιμών τους ενθαρρύνει την αμείωτη χρήση τους!

Πάντως, είναι γεγονός ότι η Συμφωνία των Παρισίων μπορεί όντως ν' αλλάξει ριζικά το μέχρι τώρα χρησιμοποιούμενο ενεργειακό μείγμα στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες. Η άποψη αυτή στηρίζεται στην εύλογη θέση, ότι κανένας τομέας της βιομηχανίας - οικονομίας δεν έχει πλέον την πολυτέλεια ν' αγνοήσει τη σημασία και, επομένως, την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος. Γι' αυτό, η Συμφωνία των Παρισίων αναμένεται να εισάξει, έστω σταδιακά, την οριστική μετάβαση από την οικονομία του άνθρακα στην οικονομία των καθαρών πηγών ενέργειας. Όχι βέβαια για λόγους ηθικής τάξης και ιδιαίτερης περιβαλλοντικής ευαισθησίας, διότι το κεφάλαιο και η νεο-φιλελεύθερη αντίληψη της οικονομίας δεν επηρεάζονται εύκολα από τέτοιου είδους αρχές (!), αλλά επειδή η μετάβαση θα προκύψει από τον ίδιο, τον άκρατο ανταγωνισμό, που επικρατεί μεταξύ των μεγάλων παικτών της διεθνούς ενεργειακής βιομηχανίας. Ταυτόχρονα, επειδή οι επενδύσεις εξαρτώνται άμεσα από το πολιτικό περιβάλλον, που επικρατεί σε μια χώρα, οι πλείστες ενεργειακές εταιρείες αναμένεται να προσπαθήσουν να εξυπηρετήσουν τους συνεχώς αυξανόμενους πολιτικούς, που είτε είναι οι ίδιοι ευαίσθητοι είτε πιέζονται από τους περιβαλλοντικά ευαίσθητους καταναλωτές - ψηφοφόρους τους, θα στρέψουν την προσοχή και πίεσή τους προς καθαρές πηγές ενέργειας, όπως είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ): η ηλιακή ενέργεια, η αιολική ενέργεια, η υδρο-ηλεκτρική ενέργεια, η γεωθερμική, ο θαλάσσιος κυματισμός, ακόμη δε και η χρήση βιοαερίου από την αποσύνθεση της βιομάζας των χωματερών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αναμενόμενης αυτής στροφής προς τον δυναμικά πλέον αναπτυσσόμενο κλάδο της βιομηχανίας των ΑΠΕ αποτελεί ο ενεργειακός κολοσσός Vattenfall της Σουηδίας, που ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα διπλασιάσει τις επενδύσεις του στις ΑΠΕ με στόχο να φτάσουν μέχρι το έτος 2020 (στον τομέα της αιολικής ενέργειας) στο ποσό των €5,5 δισ. Και τούτο, όταν όλοι οι πετρελαϊκοί κολοσσοί, λόγω της συνεχιζόμενης κατρακύλας των τιμών των υδρογονανθράκων, έχουν μειώσει κατά τους τελευταίους μήνες αισθητά τις δαπάνες τους στην έρευνα, παραγωγή αλλά και στο διοικητικό τους κόστος.

Σχετικό είναι το άρθρο του συντάκτη του παρόντος άρθρου στον «Φ» της 7ης Δεκεμβρίου 2015, σελ.10, με τίτλο «Στα €220 δισ. η μείωση δαπανών για υδρογονάνθρακες».

Πλήγμα στα απηρχαιωμένα ανθρακωρυχεία

Ο τομέας που δέχεται στις τελευταίες 2-3 δεκαετίες ισχυρά πλήγματα υποβάθμισης, είναι ο τομέας της εξόρυξης – χρήσης του γαιάνθρακα και οι σχετικές βιομηχανίες, που λειτουργούν με τον πόρο αυτό. Σήμερα υπάρχουν παγκοσμίως 2.000 περίπου ανθρακωρυχεία, τα πλείστα (πολύ) παλαιάς τεχνολογίας και, συνεπώς, ρυπογόνα, επιπλέον με υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας, τόσο στην υγιεινή, όσο και στην ασφάλεια των εργαζομένων τους. Γνωστά είναι άλλωστε τα συχνά δυστυχήματα σε χώρες, όπως η Κίνα (το τελευταίο δυστύχημα πριν από ένα μήνα περίπου), η Νότιος Αφρική, η Βραζιλία, η Ινδονησία κ.λπ. Στην Ευρώπη, το χειρότερο παράδειγμα αποτελούν τα ανθρακωρυχεία της Πολωνίας, που (παρά την όποια αναβάθμισή τους) εξακολουθούν να ρυπαίνουν το έδαφος, τα νερά (υπόγεια και επιφανειακά), την ατμόσφαιρα και, βέβαια, το δομημένο περιβάλλον. Τα ορυχεία αυτά στηρίζουν βέβαια για πολλές δεκαετίες τη βιομηχανία της χώρας και, επειδή είναι ο φτηνός και μοναδικός ενεργειακός πόρος της, θα συνεχίσουν να το κάνουν για αρκετά ακόμη χρόνια. Το ίδιο ισχύει και σε πολλές άλλες χώρες, ιδίως αναπτυσσόμενες, που διαθέτουν σημαντικά κοιτάσματα γαιάνθρακα.

Ανάγκη για σοφή διαχείριση των κοιτασμάτων μας

Σε ό,τι αφορά στα δικά μας κοιτάσματα, εμείς δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το ενδεχόμενο σταδιακής αντικατάστασης των ορυκτών καυσίμων από ΑΠΕ και, συνεπώς, την υποβάθμιση της αξίας του φυσικού αερίου (και πετρελαίου). Προς τούτοις συντρέχουν και άλλοι λόγοι, π.χ. η υπερπροσφορά (βλ. και την επανάκαμψη του Ιράν στη διεθνή αγορά), το πλήθος των νέων κοιτασμάτων που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα αλλά και τα πολλά δυνητικά κοιτάσματα, που κρύβει ο βυθός του Αρκτικού και Ανταρκτικού Ωκεανού, το υπέδαφος επίσης της Σιβηρίας, τα πάντοτε διαθέσιμα αποθέματα του σχιστολιθικού αερίου κ.λπ.

Γι’ αυτό, οφείλουμε να μην καθυστερήσουμε στις δικές μας αποφάσεις, πράξεις και συνεταιρισμούς για να μην περιέλθουμε σε περιόδους ύφεσης της αγοράς φυσικού αερίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (οικονομικά και πολιτικά - γεωστρατηγικά) για μας. Επιπλέον, να μην υποτιμήσουμε την εκπεφρασμένη πολιτική πρόθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία προσβλέπουμε να διαθέσουμε το φυσικό μας αέριο, ότι η ίδια προωθεί ως πρώτη επιλογή (μεσο-μακροπρόθεσμα) τη χρήση των ΑΠΕ και, συνεπώς, τη μείωση των ορυκτών καυσίμων (υδρογονανθράκων και γαιάνθρακα) για να απαλλαγεί από τη ρωσική εξάρτηση, αλλά και τις συνέπειες του φαινομένου του θερμοκηπίου!
Καταλήγοντας, το σκηνικό στην παγκόσμια αγορά ενέργειας είναι δυναμικό και, ως τέτοιο, ταχύτατα μεταβαλλόμενο, γι’ αυτό δεν θα συγχωρέσει τυχόν ολιγωρίες...

Αναμένεται αντεπίθεση των εταιρειών καυσίμων

Με βάση τα πιο πάνω μπορεί να λεχθεί συνοπτικά, ότι η Συμφωνία των Παρισίων –ως έκφραση πολιτικής απόφασης/βούλησης της παγκόσμιας κοινότητας– αποτελεί ένα «πρώτο ισχυρό πλήγμα» σε βάρος της βιομηχανίας των ορυκτών καυσίμων. Το πότε και πόσο το πλήγμα αυτό θα επιφέρει/επιβάλει τις ανάλογες αλλαγές, παραμένει να το δούμε, διότι αφενός μεν οι αλλαγές θα είναι εξελικτικές, αφετέρου δε θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι οι πετρελαϊκοί κολοσσοί θα αντιδράσουν έντονα, όταν οι εξελίξεις θα αρχίσουν ν’ απειλούν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και, βασικά, τα συμφέροντά τους. Ταυτόχρονα, αναμένεται ότι θα στρατευθούν στην ίδια κατεύθυνση και οι κρατικοί όμιλοι μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών, π.χ. της Ρωσίας, της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράν κ.λπ., των οποίων η οικονομία εξαρτάται άμεσα από τα εισοδήματα αξιοποίησης-εμπορίας των υδρογονανθράκων τους. Κανένας απ’ αυτούς δεν θα θελήσει να εγκαταλείψει το πεδίο των συμφερόντων του αμαχητί. Είναι τεράστια τα κέρδη που διακυβεύονται, και ως εκ τούτου τεράστια προβλέπεται να είναι και η αντίδρασή τους! Δεν αποκλείεται δε να υπάρξει και σύμπραξη (καρτέλ) μεταξύ τους, που κάτω από άλλες συνθήκες θα ήταν αδιανόητη! Ο φόβος, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, δημιουργεί συχνά απρόσμενους συνασπισμούς και συμμαχίες για διατήρηση των... κεκτημένων! Ως εκ τούτου, το παιχνίδι «Υδρογονάνθρακες VS ΑΠΕ» θα περάσει πολλές (και απρόβλεπτες) φάσεις, θα είναι εκ της φύσης του αμφίρροπο και θ’ απαιτήσει προφανώς μεγάλη διάρκεια μέχρι ν’ αναδείξει νικητή! Μέχρι τότε, ο πλανήτης Γη θα συνεχίσει να υποφέρει από το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η δε επακόλουθη υπερθέρμανση θα συνεχίσει ν’ απειλεί το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής του ανθρώπου, ακόμη και εάν συνεχίσουν να πραγματοποιούνται διεθνείς και παγκόσμιες διασκέψεις με έκδοση μάλιστα πολιτικών διακηρύξεων, πλην όμως ακαδημαϊκού περιεχομένου, διότι θα στερούνται της αναγκαίας δεσμευτικότητας μεταξύ των συμβαλλομένων αλλά και της δυνατότητας επιβολής ποινών και κυρώσεων στους ρυπαντές...

* Ο δρ Πόλυς Μιχαηλίδης είναι σύμβουλος Ενέργειας του Κ.Σ. ΕΔΕΚ, πρώην διευθυντής του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης, πρώην επίτροπος Ρύθμισης Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

(philenews.com)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM