Skip to main content
Menu
English edition

Κατηγορηματικά αντίθετη η ελληνική αγορά απέναντι σε ενδεχόμενη άρση της προτεραιότητας των ΑΠΕ στο δίκτυο

Χάρης Αποσπόρης

Στις 30 Νοεμβρίου αναμένεται να ανακοινώσει η Κομισιόν το λεγόμενο «χειμερινό πακέτο», το οποίο περιλαμβάνει τις προτάσεις της για την αγορά ενέργειας, σε μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος με στόχο την ευκολότερη διείσδυση των ΑΠΕ. Αυτό που έχει κάνει αίσθηση, πάντως, είναι μια διαρροή που αναφέρει ότι η Κομισιόν σχεδιάζει να προτείνει την άρση της προτεραιότητας των ΑΠΕ στο δίκτυο, η οποία αποτέλεσε στο παρελθόν θεμέλιο λίθο για την ανάπτυξή τους. Όπως είναι φυσικό, η φήμη έχει πυροδοτήσει αντιδράσεις ανά την Ευρώπη και το energypress ζήτησε τη γνώμη γνωστών στελεχών της ελληνικής αγοράς για το τι σημαίνει η μεγάλη αυτή αλλαγή.

Τι προβλέπει το «χειμερινό πακέτο»

Όσον αφορά τις προτάσεις της Κομισιόν, αναμένεται να παρουσιαστούν με τη μορφή οκτώ ή εννέα κειμένων, τα οποία θα αριθμούν περί τις 1.000 σελίδες. Αρχικά ήταν να δημοσιευτούν τον Οκτώβριο, αλλά οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών οδήγησαν σε αναβολή για τα τέλη Νοεμβρίου.

Στη νομοθεσία θα περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για την αγορά ηλεκρτισμού, τους μηχανισμούς ισχύος, την εξοικονόμηση ενέργειας, την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, αλλά και τις ΑΠΕ, οπότε αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τον ευρωπαϊκό ενεργειακό κλάδο. Αναφορικά με τις ΑΠΕ, ξεχωρίζει η ενδεχόμενη παύση της προτεραιότητάς τους στα δίκτυα ηλεκτρισμού, όπως ανέφερε το Euractiv πριν από λίγες ημέρες σε διαρροή κειμένου που επικαλείται.

Όλα αυτά καθώς η Κομισιόν επιχειρεί να διευκολύνει τη μετάβαση προς τους κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους του 2030. Όπως δήλωσε ο επίτροπος Ενέργειας, Μιγκέλ Αρίας Κανιέτε, προ ολίγων ημέρων στην κλιματική σύνοδο του Μαρακές, «οι προτάσεις μας βασίζονται σε ευρείες διαβουλεύσεις και θα πρέπει να ολοκληρωθούν και να εγκριθούν από το Κολέγιο των Επιτρόπων. Είναι βέβαιο ότι θα πιέσουμε για το μέγιστο δυνατό βαθμό φιλοδοξίας στις ενεργειακές πολιτικές, ιδίως στην ενεργειακή αποδοτικότητα».

Όσον αφορά την κατάργηση της προτεραιότητας των ΑΠΕ, αποτελεί δίκοπο μαχαίρι. Από τη μια θεωρείται βέβαιο πως κάποια στιγμή θα πρέπει να συμβεί, καθώς οι ανανεώσιμες τεχνολογίες ωριμάζουν με ταχείς ρυθμούς. Από την άλλη, δεν ισχύουν τα ίδια δεδομένα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και παρατηρούνται διαφορετικοί βαθμοί ετοιμότητας από αγορά σε αγορά για μια τόσο μεγάλη αλλαγή και την κατάργηση ενός από τους πυλώνες ανάπτυξης του κλάδου μέχρι σήμερα.

Από την πλευρά του, ο γενικός γραμματέας της Eurelectric, Χανς Τεν Μπέργκε, εκτιμά ότι το εν λόγω μέτρο δεν θα αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση, καθώς οι ΑΠΕ χαρακτηρίζονται έτσι κι αλλιώς από μηδενικό μεταβλητό κόστος και κατ’ επέκταση θα συνεχίσουν να έρχονται πρώτες.

Πάμε, όμως, να δούμε τι πιστεύουν ορισμένα εξέχοντα στελέχη της ελληνικής αγοράς για το σημαντικό αυτό θέμα.

Κοινός τόπος όλων των ερωτηθέντων είναι ότι πρόκειται για μια επιζήμια απόφαση που θα κάνει κακό στον κλάδο, καθώς οι συνθήκες δεν είναι ακόμα ώριμες. Προκειμένου να ληφθεί ένα τέτοιο μέτρο, εκτιμούν ότι χρειάζεται μια σειρά από προϋποθέσεις, οι οποίες σήμερα απουσιάζουν, τόσο στην Ε.Ε., όσο και στην Ελλάδα συγκεκριμένα.

Όπως τονίζει ο ενεργειακός σύμβουλος, Στέλιος Ψωμάς, πρόκειται για «μια λάθος απόφαση, τη λάθος στιγμή. Τα τελευταία χρόνια, η Κομισιόν δείχνει να είναι εκτός τόπου και χρόνου σε ότι αφορά στην πολιτική για τις ΑΠΕ. Κατάφερε, μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία, να μετατρέψει  την ΕΕ από πρωταγωνιστή σε ουραγό των ΑΠΕ, με χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα των φωτοβολταϊκών, όπου το ευρωπαϊκό μερίδιο στη διεθνή αγορά (το οποίο ήταν 75% το 2010) έπεσε στο 16% στα τέλη του 2015».

Ο κ. Ψωμάς εκτιμά ότι η άρση της προτεραιότητας των ΑΠΕ μπορεί να γίνει όταν διασφαλιστεί ότι κερδηθεί η μάχη εναντίον της αποσταθεροποίησης του κλίματος. «Σήμερα είναι πολύ νωρίς για να σκεφτόμαστε απλώς με όρους αγοράς, αγνοώντας την “κρίσιμη παράμετρο” που είναι η κλιματική αλλαγή», προειδοποιεί.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΣΠΕΦ, Στέλιος Λουμάκης, υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να γίνουν πράξη πριν αποφασιστεί η παύση της προτεραιότητας των ΑΠΕ στο δίκυο. Πιο αναλυτικά, α) θα πρέπει ο ανταγωνισμός τιμών ένταξης στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό (ΗΕΠ) να είναι πλήρης και κατά το δυνατόν επί ίσοις όροις μεταξύ συμβατικών πηγών και ΑΠΕ, β) χρειάζεται αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS) και γ) η κατάργηση της προτεραιότητας που εδράζεται στην συμμετοχή των ΑΠΕ στον ΗΕΠ με μηδενική τιμή, θα μπορούσε να συζητηθεί όταν αποκτήσουν τόσο μεγάλη διείσδυση, ώστε οι προσφορές τους υπερακοντίζοντας συχνά την ζήτηση ενέργειας, να οδηγούν σε αναγκαστικές περικοπές τους (curtailments).

Ο ίδιος εκτιμά ότι για να μην είναι οι περικοπές αυτές οριζόντιες και άδικες, θα μπορούσε μέσω του ανταγωνισμού προσφορών των ΑΠΕ στον ΗΕΠ να αποκλείονται οι λιγότερο ανταγωνιστικές κάθε φορά. Αυτό ωστόσο θα σημάνει πως ο ανταγωνισμός των ΑΠΕ θα περιορίζεται στις πλέον ώριμες τεχνολογίες, αφού οι υπόλοιπες ως ακριβότερες νομοτελειακά θα εκτοπίζονται. «Για τον λόγο αυτό και επειδή με στόχο την αέναη εξέλιξη των ανανεώσιμων δεν πρέπει να οδηγούνται εξ’ ορισμού σε «θάνατο» τεχνολογίες κάθε φορά μη ώριμες, αυτές θα πρέπει να συνεχίσουν για εύλογο διάστημα να προστατεύονται και να λειτουργούν σε μη ανταγωνιστικό καθεστώς», προσθέτει.

Σχετικά με τη συμμετοχή και λειτουργία των μικρών ΑΠΕ στην αγορά μέσω aggregators (Φορέων Συλλογικής Εκπροσώπησης), ο κ. Λουμάκης σχολίασε ότι δεν επιλύει το πρόβλημα, αφού οι όποιες οικονομίες κλίμακας απολαμβάνει κάθε έργο, άπτονται αποκλειστικά του ανηγμένου κόστος εγκατάστασης και λειτουργίας του και όχι της διαχείρισης των προσφορών του στην αγορά μέσω aggregators. «Οι τελευταίοι δηλαδή δεν μπορούν να επιδράσουν στο LCOE (Levelised Cost of Energy) τους, παρά μόνο στις ποινές των αποκλίσεων πρόβλεψης. Συνεπώς και εδώ θα πρέπει κάτω από ένα όριο εγκατεστημένης ισχύος οι ΑΠΕ να λειτουργούν εκτός ανταγωνιστικής αγοράς», κατέληξε.  

Ο Γιάννης Τσιπουρίδης, πρόεδρος της ΕΛΕΤΑΕΝ, παρατηρεί ότι αν και το χειμερινό πακέτο της Ε.Ε. έχει στόχο τη μέγιστη δυνατή ανάπτυξη των ΑΠΕ, εντούτοις η Κομισιόν θέτει εμπόδια ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να ενισχύει ουσιαστικά την ηλεκτροπαραγωγή με ορυκτά καύσιμα. Όπως τονίζει, «διακρίνεται μια σαφής εκβίαση των νέων σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να συμμετέχουν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με ίσους όρους με τις υπόλοιπες πηγές. Πρέπει να τονιστεί εμφατικά ότι αυτή η Αγορά είχε σχεδιαστεί αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη τέτοιας στοχαστικής παραγωγής με μηδενικό μεταβλητό κόστος».

Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με τη χώρα μας, ο κ. Τσιπουρίδης σχολίασε πως «σε καμία περίπτωση μια ανανεώσιμη μορφή ενέργειας που είναι μεταβλητή με υψηλή αβεβαιότητα στην πρόβλεψη του δυναμικού της δεν μπορεί να συμμετέχει με ίσους όρους στην Αγορά Ενέργειας η οποία έχει σχεδιαστεί με άλλα δεδομένα των συμβατικών σταθμών παραγωγής ενέργειας».

Σύμφωνα με τον ίδιο, πριν αλλάξει το υφιστάμενο καθεστώς, θα πρέπει να υπάρξει ενδοημερήσια αγορά και αγορά εξισορρόπησης με ικανή ρευστότητα, διαφάνεια και άρση των στρεβλώσεων, αναβαθμισμένα δίκτυα, εξορθολογισμός του καθεστώτος υποχρεωτικής ένταξης των συμβατικών σταθμών και ένα θεσμικό πλαίσιο για έξυπνα δίκτυα και αποθήκευση.

Από την οπτική γωνία μιας περιβαλλοντικής οργάνωσης, η Greenpeace προειδοποιεί ότι με βάση τα στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενδεχόμενος τερματισμός στην προτεραιότητα των ΑΠΕ θα οδηγήσει σε αύξηση 10% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τον τομέα ηλεκτροπαραγωγής, όπως μας εξηγεί ο Τάκης Γρηγορίου, υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικών αλλαγών στο ελληνικό γραφείο της οργάνωσης.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, η πρόταση αυτή κινείται ενάντια και στην κοινή λογική: “Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ αποτελούν εδώ και καιρό τη μερίδα του λέοντος σε παγκόσμιο επίπεδο για έναν πολύ απλό λόγο: Είναι οικονομικά πολύ πιο ελκυστικές επενδυτικές επιλογές. Συνεπώς, η – επί της ουσίας – απέλπιδα προσπάθεια του λόμπι των ορυκτών καυσίμων να παραμείνει ζωντανό σε ένα παιχνίδι που ‘χάνεται’, θα οδηγήσει σε αυξήσεις τις τιμές ενέργειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους καταναλωτές. Για παράδειγμα η μη εγγυημένη πρόσβαση μεγάλων έργων ΑΠΕ στην αγορά θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των τελικών προσφορών στις σχετικές δημοπρασίες έργων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους τελικούς καταναλωτές”.  Σύμφωνα με τον κ. Γρηγορίου, αν και υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος μέχρι την τελική διαμόρφωση της Οδηγίας, φαίνεται ότι ο τομέας της αιολικής ενέργειας θα  υποστεί τις δυσμενέστερες επιπτώσεις.

Ο ίδιος, πάντως αναγνωρίζει και ορισμένες θετικές προτάσεις στη νέα Κοινοτική Οδηγία, όπως για παράδειγμα η ‘θεσμική’ εξασφάλιση των αυτοπαραγωγών ενέργειας. Όπως επίσης παρέχεται και η δυνατότητα από τα κράτη μέλη να ζητήσουν ευνοϊκές εξαιρέσεις από την προτεινόμενη κατάργηση του priority dispatch.

“Εδώ λοιπόν εστιάζεται το ενδιαφέρον: Θα ζητήσει η ελληνική κυβέρνηση εξαίρεση με δεδομένη την έφεση που έχει επιδείξει στο πρόσφατο παρελθόν με σχετικά αιτήματα που αφορούν στον λιγνίτη και στο πετρέλαιο (πχ διαδικασία της Σεβίλλης, αίτημα για δωρεάν κατανομή εκπομπών στη ΔΕΗ για την περίοδο 2021 - 2030); Θα δείξει άραγε τα ίδια εξαιρετικά αντανακλαστικά ώστε να στρέψει τη χώρα στην εκμετάλλευση του πραγματικού εθνικού πλούτου της χώρας, το ανεκμετάλλευτο δυναμικό της σε καθαρή και ανεξάντλητη ενέργεια;”, ρωτά ο κ. Γρηγορίου.

Καταστροφική η άρση της προτεραιότητας

Καταλήγοντας, οι ελληνικοί φορείς και στελέχη μιλούν με αιχμηρά λόγια για τον προσανατολισμό που επιχειρεί να δώσει η Κομισιόν στον κλάδο των ΑΠΕ, εφόσον προταθεί η άρση της προτεραιότητας.

Ο κ. Ψωμάς δήλωσε σχετικά ότι «σήμερα, λίγες μόνο μέρες μετά τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Παρισίων για το Κλίμα και ενώ έρχονται αρνητικά μηνύματα από τις ΗΠΑ λόγω της εκλογής Τραμπ, η Ε.Ε. θα έπρεπε να διεκδικήσει εκ νέου ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει και ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Στην κατεύθυνση αυτή θα έπρεπε να ενθαρρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη των ΑΠΕ αντί να θέτει και νέα εμπόδια».

Θεωρεί ότι ένα τέλος στην προτεραιότητα των ΑΠΕ στο άμεσο μέλλον (και συγκεκριμένα την κρίσιμη για το κλίμα περίοδο ως το 2030), θα οδηγούσε πιθανότατα σε αύξηση των εκπομπών ρύπων, ενώ θα ανέτρεπε επί τα χείρω τα επιχειρηματικά σχέδια των επενδυτών ΑΠΕ και θα αύξανε εμμέσως το σταθμισμένο κόστος των σχετικών επενδύσεων, κάτι που αντιβαίνει τον κοινό στόχο για συνεχή μείωση του κόστους ώστε να επιβαρύνονται κατά το δυνατόν λιγότερο οι καταναλωτές.

Από την πλευρά της ΕΛΕΤΑΕΝ, ο κ. Τσιπουρίδης παρατήρησε ότι «δεν είναι δυνατόν η Ευρώπη να πυροβολεί τα πόδια της και να υπονομεύει τις πολιτικές που η ίδια έχει σχεδιάσει και προωθήσει. Ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη ότι η Ευρώπη έχει επενδύσει πολλά –οικονομικούς πόρους και πολιτικό κεφάλαιο- στην υπόθεση της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Οι ΑΠΕ είναι το βασικό εργαλείο αυτής της προσπάθειας. Είναι λοιπόν ακατανόητο η Ευρώπη να συζητά μέτρα που είναι εις βάρος των ΑΠΕ όπως είναι η άρση της προτεραιότητας στην κατανομή του φορτίου. Δεν είναι κατανοητό να λαμβάνονται αρνητικά μέτρα υπό την πρόφαση ότι αυτά δεν θα επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές. Είναι βέβαιο ότι η άρση της προτεραιότητας στην κατανομή φορτίου θα αυξήσει το κλίμα ανασφάλειας και θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Με μια τέτοια απόφαση το μόνο που είναι σίγουρο ότι θα πετύχει η Ευρώπη είναι να πλήξει καίρια την ανάπτυξη ενός υγιούς κλάδου και να οδηγήσει σε απώλεια της ηγετικής της παρουσίας της Ευρώπης στον χώρο των Ανανεώσιμων πηγών Ενέργειας παγκοσμίως».

Ο κ. Γρηγορίου χαρακτήρισε την πρόταση ως μια “εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη” με δεδομένο ότι αντίκειται στη Συμφωνία του Παρισιού, η οποία επί της ουσίας απαιτεί τερματισμό της χρήσης των ορυκτών καυσίμων.

Άλλα στελέχη της αγοράς με τα οποία επικοινώνησε το energypress έκαναν λόγο για αφανισμό των ΑΠΕ μέσω των αποφάσεων της Κομισιόν. Τόνισαν σχετικά ότι σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο και ως  αποτέλεσμα της κατάργησης του FΙT,  εδώ και τέσσερα  χρόνια οι επενδύσεις στις ΑΠΕ στην ΕΕ μειώνονται με επιταχυνόμενους ρυθμούς. 

Όπως υπογράμμισαν, η κατάργηση της προτεραιότητας πρόσβασης και έγχυσης ανανεώσιμης ενέργειας - και μάλιστα χωρίς όρους και προϋποθέσεις - θα σήμαινε περαιτέρω μείωση του ρυθμού διείσδυσης των ΑΠΕ, καθώς ακόμη λιγότερα  αιολικά, φωτοβολταϊκά, μικρά υδροηλεκτρικά ή έργα ενεργειακής αξιοποίησης βιομάζας θα ήταν οικονομικά βιώσιμα εξ αιτίας της μη απορρόφησης ή και της μη αποζημίωσης του συνόλου της παραγόμενης από αυτά ενέργειας.

«Είναι οι ακόμη λιγότερες ΑΠΕ αυτό που θέλουμε για την Ελλάδα και την Ευρώπη; Αν είναι, τότε ας προχωρήσουμε και στην κατάργηση της προτεραιότητας πρόσβασης και έγχυσης των ΑΠΕ στο σύστημα. Αν μάλιστα θέλουμε να εξαφανίσουμε πλήρως τις ΑΠΕ από την αγορά, ας την καταργήσουμε αναδρομικά και για τα υφιστάμενα έργα», τόνισαν χαρακτηριστικά.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A