Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Η Παγκόσμια Τράπεζα διπλασιάζει τις χορηγίες για την καταπολέμηση της μόλυνσης του πλανήτη

Εν όψει της παγκόσμιας συνάντησης για την προστασία του κλίματος στο Κατόβιτσε της Πολωνίας, η Παγκόσμια Τράπεζα ανακοίνωσε ότι διπλασιάζει το ποσό χρηματοδότησης  των σχετικών δράσεων εναντίον της μόλυνσης της ατμόσφαιρας και των συνεπειών της για  το χρονικό διάστημα 2021-2025, σε 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το ποσό θα μοιραστεί κυρίως σε οικονομικά ασθενείς χώρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις καταστροφικές συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη και να χρηματοδοτήσουν τις προσπάθειες μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Η συνάντηση της Πολωνίας την εβδομάδα αυτή και την επόμενη, σκοπό έχει την αποτελεσματικότερη εφαρμογή στην πράξη των αποφάσεων της Συμφωνίας του Παρισιού το 2015 και των συμπερασμάτων των πρόσφατων ερευνών του ΟΗΕ για την ανάγκη περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1.5 βαθμούς Κελσίου, σε σύγκριση με τα επίπεδα θερμοκρασίας κατά την προ-βιομηχανική εποχή.

Το 2018 η Παγκόσμια Τράπεζα δαπάνησε  20.5 δισ. δολ. για τον ίδιο σκοπό, εκπληρώνοντας με ακρίβεια και πολύ νωρίτερα μάλιστα τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στο Παρίσι. Ωστόσο έκρινε ότι απαιτείται αύξηση των οικονομικών πόρων για την αντιμετώπιση των καταστροφικών συνεπειών των ακραίων καιρικών φαινομένων, τουλάχιστον ισότιμη με αυτή για την μείωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Από τα 200 συνολικά δισ. δολ., τα μισά θα διατεθούν απευθείας από την Παγκόσμια Τράπεζα προς τις χώρες που θα επιλεγούν και τα υπόλοιπα μισά θα  δοθούν υπό μορφή δανείων και συμπράξεων με στόχο την περαιτέρω ευαισθητοποίηση του ιδιωτικού τομέα.
Ανάμεσα στα προγράμματα που θα υποστηριχθούν θα είναι τα συστήματα έγκαιρης και υψηλού επιπέδου πρόβλεψης του καιρού, τα οποία αναμένονται να βελτιώσουν σημαντικά το επίπεδο ζωής 250 εκατ.  ανθρώπων σε 30 αναπτυσσόμενες χώρες,  η προσαρμογή των γεωργικών παραγωγών στις νέες κλιματολογικές συνθήκες και  η προστασία και περαιτέρω ανάπτυξη τουλάχιστον 120 εκατ. εκταρίων δάσους στον πλανήτη.

Στο μεταξύ, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που υφίστανται σοβαρές πιέσεις από πολλές πλευρές για να μειώσουν τις εκπομπές μολυσμένων αερίων στην ατμόσφαιρα, έχουν αρχίσει να ευαισθητοποιούνται σε αξιοσημείωτο βαθμό. Μεταξύ αυτών, η Royal Dutch Shell η οποία υποσχέθηκε μείωση των εκπομπών των εργοστασίων της κατά 50% μέχρι το  2050, ανακοίνωσε στις 3 Δεκεμβρίου ότι  από το 2020 θα εξαρτήσει τις  αμοιβές του προσωπικού της από το ποσοστό της μείωσης της μόλυνσης που προκαλεί η εταιρεία.

Η Shell απασχολεί 80 χιλιάδες στελέχη σε 70 χώρες και πέρυσι ο διευθυντής της Ben vaη Βeurden εισέπραξε μισθό και δώρα 10 περίπου εκατ. δολ.  Η πρωτοβουλία της εταιρείας έγινε δεκτή με θετικό τρόπο από την ομάδα των επενδυτών της "Climate Action 100", η οποία επενδύει συνολικά΄32 τρισεκατομμύρια δολ. σε διάφορες εταιρείες. Παράλληλα όμως στο Βρετανικό Κοινοβούλιο πάνω από 200 εν ενεργεία και πρώην βουλευτές ζήτησαν από το συνταξιοδοτικό ταμείο τους να διακόψει κάθε επένδυση σε εταιρείες υδρογονανθράκων.

Ενεργειακοί αναλυτές και εξειδικευμένες διεθνείς δεξαμενές σκέψης εκτιμούν ότι η αποτελεσματική συλλογή και αποθήκευση σε ασφαλή σημεία του διοξειδίου των εργοστασίων που λειτουργούν με κάρβουνο και αέριο, μπορεί να  αποτελεί προς το παρόν δύσκολο εγχείρημα, για το λόγο ότι τα κόστη της εναλλακτικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και η αποθήκευσή της σε μπαταρίες, είναι συγκριτικά μεγάλα.

Για το θέμα πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα συνέδριο στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, στο οποίο υπογραμμίστηκε γνωμάτευση της International Energy Agency, ότι ο περιορισμός του διοξειδίου που εκπέμπουν τα εργοστάσια και η αποθήκευσή του σε ασφαλείς χώρους, δεν αποτελεί σήμερα προτεραιότητα για τον περιορισμό της παγκόσμιας μόλυνσης της ατμόσφαιρας.

Τα εργοστάσια με τεχνολογία περιορισμού των μολυσματικών εκπομπών τους αποτελούν μετά βίας το 4% αυτών που απαιτούνται για να επιτευχθεί ο στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη σε κάτω από τους 2  βαθμούς Κελσίου και ιδανικά σε 1.5 βαθμούς Κελσίου, σε σύγκριση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα.

Η παρουσία πάντως στο συνέδριο κολοσσών όπως η BP και η Royal Dutch Shell δείχνει το ενδιαφέρον των πετρελαϊκών εταιρειών να εξοπλίσουν τα εργοστάσιά τους με την απαραίτητη τεχνολογία, η οποία σημειωτέον στηρίζεται και από την Ουάσιγκτον, παρόλο που η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι το θέμα εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς.

-------------------------------

- Ο Δρ Κώστας Ανδριοσόπουλος είναι καθηγητής, διευθυντής στο Ερευνητικό Κέντρο Ενεργειακής Διοίκησης στο ESCP Europe Business School του Λονδίνου, όπου και κατέχει την έδρα καθηγητή Χρηματοοικονομικών και Ενεργειακής Οικονομίας, καθώς επίσης και πρόεδρος της Ελληνικής Δεξαμενής Σκέψης για την Ενεργειακή Οικονομία (Hellenic Association for Energy Economics, HAEE).  



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα