Η αποθήκευση θα κρίνει την διακύμανση των περικοπών - Τι βλέπει η Baringa για την ελληνική αγορά των ΑΠΕ - Μικρός ο αντίκτυπος στα capture prices
Σε ανάλογα αυξημένα επίπεδα με το 2025 «βλέπουν» τις περικοπές «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας το 2026 οι αναλυτές της εταιρείας συμβουλευτικών υπηρεσιών Baringa με το «ψαλίδι» στα μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά να εκτιμάται περί το 14% και περί 5-6% στα χερσαία αιολικά.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται σε σχετική έκθεση της εταιρείας η αντιστροφή της κατάστασης θα επέλθει συν τω χρόνω μέχρι το 2030 ως απόρροια της διείσδυσης σταθμών αποθήκευσης στο σύστημα. Βέβαια, όπως επισημαίνεται, τα όποια αποτελέσματα θα αρχίσουν να καταγράφονται από το 2027 και μετά με την τρέχουσα χρονιά να αποτελεί την μετάβαση στο νέο «καθεστώς», όταν και θα έχει τεθεί σε λειτουργία ένα αξιόλογο χαρτοφυλάκιο σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Baringa αναμένεται μια γοργή ανάπτυξη των μπαταριών στην Ελλάδα περί τα 3-5 GW εν λειτουργία έργα μέχρι το 2030, χωρίς να συνυπολογίζεται στο σχετικό νούμερο η θέση σε λειτουργία του αντλησιοταμιευτικού έργου της Αμφιλοχίας συνολικής ισχύος 680 MW.
Υπό αυτές τις παραδοχές, η Baringa εκτιμάει ότι οι περικοπές πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας θα μειωθούν στο 8-9% για τα μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά (utility-scale) και 3-4% για τα χερσαία αιολικά, φέρνοντας την ελληνική αγορά στα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών αγορών. Χρειάζεται ωστόσο να σημειωθεί, όπως τονίζουν οι αναλυτές, ότι το τελικό αποτέλεσμα βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τον ρυθμό διείσδυσης της αποθήκευσης πράγμα που σημαίνει ότι κάθε διαφοροποίηση από τις προβλέψεις συνεπάγεται εύλογα και μεγαλύτερο όγκο περικοπών.
«Η ανάπτυξη της αποθήκευσης είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας για την μείωση των περικοπών σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα» επισημαίνεται σχετικά στη μελέτη, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, ότι οι μπαταρίες διατηρούν σημαίνοντα ρόλο τόσο στην απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγής από ΑΠΕ όσο και στην υποστήριξη των απαιτήσεων εξισορρόπησης και ανακατανομής που εφαρμόζει ο Διαχειριστής του Συστήματος Μεταφοράς.
Από εκεί και πέρα, όπως προαναφέρθηκε, η εικόνα τείνει βελτιούμενη, οδεύοντας προς το 2030 με τις περικοπές ηλεκτρικής ενέργειας να σταθεροποιούνται για αρκετά χρόνια πριν μειωθούν περαιτέρω σε συνέχεια τόσο της πρόσθετης αποθηκευτικής ισχύος που θα μπαίνει στο σύστημα όσο και της απόσυρσης της θερμικής παραγωγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η έκθεση της Baringa εντοπίζει το βασικό πρόβλημα των περικοπών στην Ελλάδα περισσότερο στους περιορισμούς του δικτύου (system constraints) παρά στην αμιγώς υπερπροσφορά της αγοράς. Αναλυτικότερα, όπως επισημαίνεται, οι περικοπές της αγοράς λαμβάνουν χώρα και επακολουθούν των αρνητικών και μηδενικών τιμών ως «απάντηση» στα σχετικά σήματα της αγοράς, ενώ οι περικοπές του συστήματος αντικατοπτρίζουν τις επιχειρησιακές ενέργειες του Διαχειριστή για να διασφαλίσει την σταθερότητα του δικτύου, συμπεριλαμβανομένου της προμήθειας εφεδρειών, του ελέγχου τάσης και των ελάχιστων περιορισμών παραγωγής.
Κρίσιμο για τους επενδυτές, όπως επισημαίνει η ανάλυση της Baringa, είναι ότι οι περικοπές του συστήματος έχουν σχετικά περιορισμένο αντίκτυπο στα capture price των ΑΠΕ. Αυτό συμβαίνει γιατί οι περικοπές συμβαίνουν κατά κύριο λόγο τις ώρες με χαμηλές ή και μηδενικές τιμές στη χονδρική αγορά με αποτέλεσμα η απώλεια εσόδων σε σχέση με τις περικοπτόμενες ποσότητες να είναι συχνά οριακή.
Σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα της μελέτης αποδίδουν μια πιο σύνθετη εικόνα περί του κινδύνου των περικοπών στην Ελλάδα σε μια περίοδο ταχείας ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Παρόλο που τα συνολικά ποσοστά περικοπών εμφανίζονται υψηλά βραχυπρόθεσμα, η οικονομική επίπτωση στα έσοδα των έργων μετριάζεται σημαντικά τόσο από το χρονικό σημείο στο οποίο συμβαίνουν οι περικοπές όσο και από την επιταχυνόμενη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας.
Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση προειδοποιεί ότι τα νεότερα έργα, που λειτουργούν σε καθεστώς αγοράς (merchant) ή υποστηρίζονται από συμβάσεις PPA — ιδίως εκείνα που δεν διαθέτουν παλαιότερα δικαιώματα προτεραιότητας ένταξης στο σύστημα — παραμένουν πιο εκτεθειμένα στον κίνδυνο περικοπών βραχυπρόθεσμα, ιδιαίτερα κατά το μεσοδιάστημα μέχρι την πλήρη ανάπτυξη της αποθήκευσης και την επιχειρησιακή ωρίμανση των νέων πόρων ευελιξίας.
Η Baringa καταλήγει ότι η συνεχιζόμενη επένδυση στην αποθήκευση, παράλληλα με τις αναβαθμίσεις του δικτύου και τη θέσπιση σαφών λειτουργικών πλαισίων για τη διαχείριση των περικοπών, θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής των ανανεώσιμων στην Ελλάδα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη σταθερότητα του συστήματος.