Η αγορά πετρελαίου ανακάλυψε ότι ο σεΐχης είναι γυμνός
του Νικ Μπάτλερ

Η αγορά πετρελαίου ανακάλυψε ότι ο σεΐχης είναι γυμνός

09 05 2017 | 14:29

Οι πετρελαϊκές τιμές υποχώρησαν την περασμένη εβδομάδα κατά περισσότερο από 10% και με το Brent και το WTI κάτω από τα 50 δολάρια ανά βαρέλι, η τιμή βρίσκεται πλέον σε χαμηλά έξι μηνών. Γιατί; Η σύντομη απάντηση είναι ότι η αγορά έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στην ικανότητα της Σαουδικής Αραβίας να θέτει τις τιμές. Προέκυψε η διαπίστωση ότι ο σεΐχης είναι γυμνός.

Δύο συγκεκριμένοι παράγοντες ευθύνονται για τις τελευταίες εξελίξεις. Πρώτον, η αμερικανική παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου άρχισε να αυξάνεται. Μήνα με το μήνα, η παραγωγή αυξάνεται και θα συνεχίσει να αυξάνεται, λόγω των φθηνών αποθεμάτων όπως στη λεκάνη Πέρμιαν στο Τέξας. Αντί να βάλει λουκέτο λόγω της πτώσης των τιμών τα τελευταία τρία χρόνια, ο αμερικανικός κλάδος απέδειξε την αντοχή του και την ικανότητα να μειώνει το κόστος του. Μάλιστα, δεν είναι ο μόνος που το κατάφερε αυτό.

Σε όλο τον κλάδο, τα οικονομικά αποτελέσματα των μεγάλων πετρελαϊκών, όπως η Shell, η ExxonMobil, η Chevron και η ΒΡ τις τελευταίες ημέρες, έδειξαν ότι και εκείνοι κατάφεραν να επιστρέψουν στην κερδοφορία μέσα σε ένα περιβάλλον χαμηλών τιμών. Αναμφίβολα θα προτιμούσαν να υπάρχουν υψηλότερες τιμές, αλλά προσαρμόστηκαν στην πραγματικότητα. Αντιθέτως, οι κρατικοί παραγωγοί δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν.

Μια μελέτη του ΔΝΤ που δημοσιεύτηκε λίγες εβδομάδες πριν, υπέδειξε την απαραίτητη τιμή ώστε ο κάθε κρατικός παραγωγός να μπορεί να εξισορροπήσει τον εθνικό προϋπολογισμό. Εξαιτίας των πρόσφατων αυξήσεων της παραγωγής τους, το Ιράν και το Ιράκ περιόρισαν την τιμή αυτή σε επίπεδα κάτω των 50 δολαρίων ανά βαρέλι, όμως η Λιβύη χρειάζεται 71 δολάρια και η Σαουδική Αραβία, παρά το ρεκόρ παραγωγής, χρειάζεται 83 δολάρια. Αυτή η επείγουσα και σε πολλές περιπτώσεις απελπισμένη ανάγκη για έσοδα εξηγεί γιατί η συμφωνία του ΟΠΕΚ, που σχεδιάστηκε να ενισχύσει τις τιμές θέτοντας όρια στην παραγωγή, ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.

Η πρώτη συμφωνία που υπογράφηκε το Νοέμβριο αφορούσε την προοπτική μιας συνδυασμένης μείωσης της παραγωγής, όμως η συμμόρφωση μειώθηκε και έτσι οι Σαουδάραβες έμειναν μόνοι τους για να επωμισθούν το μεγαλύτερο μέρος. Μια δεύτερη συμφωνία σχεδιάστηκε για το β’ εξάμηνο αυτού του έτους, με στόχο να συμφωνηθεί στη σύνοδο του ΟΠΕΚ στα τέλη Μαΐου. Όμως, η προοπτική μιας συνδυασμένης απάντησης εξανεμίστηκε καθώς περνούσαν οι εβδομάδες. Ο πειρασμός είναι μεγάλος για τους παραγωγούς ώστε να αθετήσουν την όποια συμφωνία.

Μπορούν οι Σαουδάραβες να καλύπτουν τα κενά μόνοι τους με ολοένα και περισσότερες μειώσεις; Στη θεωρία ναι, αλλά στην πράξη το βασίλειο δεν έχει αρκετά έσοδα και ξεκάθαρα δεν επιθυμεί να υλοποιήσει τη δραματική πτώση της παραγωγής της τάξης των 1,5-2 εκατ. βαρελιών ανά ημέρα, η οποία θα εξισορροπούσε πραγματικά την αγορά. Η διαπίστωση ότι η αγορά βρίσκεται πλέον εκτός του παραδοσιακού ελέγχου αλλάζει τις προσδοκίες σε όλο τον κλάδο.

Εξακολουθεί να υπάρχει περισσότερη άνοδος της προσφοράς, παρά της ζήτησης. Νέα παραγωγικά έργα εγκαινιάζονται και μεταξύ των παραγωγών, αρκετοί – όπως το Ιράν, η Λιβύη και η Ρωσία – σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή τους μέσα στην επόμενη διετία. Το γεγονός ότι ο κλάδος έμαθε πώς να λειτουργεί επικερδώς στα 50 δολάρια υποδεικνύει ότι ο ιδιωτικός τομέας θα συνεχίσει να προωθεί νέα παραγωγικά έργα. Αρκετές από τις μεγάλες πετρελαϊκές έχουν προαναγγείλει αυξήσεις της παραγωγής τους το 2018 και το 2019. Ο ιδιωτικός τομέας πέρασε πλέον το επίπονο φράγμα της προσαρμογής.

Από την άλλη, οι κρατικοί παραγωγοί δεν το έπραξαν. Δεν θα είναι εύκολο να προσαρμοστούν τα χαμηλότερα έσοδα με τις ανάγκες ολοένα και αυξανόμενων πληθυσμών που είναι εξαρτημένοι στον πετρελαϊκό πλούτο. Είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς μια χώρα-παραγωγό που δεν αντιμετωπίζει ήδη βαθιά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Αρκετές είναι ήδη αντιμέτωπες με το χρέος. Στη Νιγηρία, τη Βενεζουέλα, τη Ρωσία και ακόμα και τη Σαουδική Αραβία, η απομάκρυνση της ψευδαίσθησης ότι οι τιμές θα αυξηθούν και πάλι μπορεί να έχει επικίνδυνες επιδράσεις. Οι επιδράσεις αυτές θα γίνουν αισθητές πολύ πέραν του πετρελαϊκού τομέα.

(Financial Times)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM