Grant Thornton: Το υψηλό κόστος εξισορρόπησης ρίχνει βαριά σκιά στη βιομηχανία

Μελέτη Grant Thornton: Το υψηλό κόστος εξισορρόπησης ρίχνει βαριά σκιά στη βιομηχανία - Η αποκαλυπτική σύγκριση με την Ιταλία

Grant Thornton: Το υψηλό κόστος εξισορρόπησης ρίχνει βαριά σκιά στη βιομηχανία
14 07 2025 | 07:38

Η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού εμφανίζεται δραματικά πιο ακριβή και ασταθής σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσον αφορά τις χρεώσεις εξισορρόπησης, σύμφωνα με μελέτη της Grant Thornton που εκπονήθηκε για λογαριασμό της ΕΒΙΚΕΝ. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης, που βασίζεται σε συγκριτικά στοιχεία από την Ιταλία, αποκαλύπτουν ένα δυσανάλογα βαρύ φορτίο για τους καταναλωτές, με ιδιαίτερη επίπτωση στους μεγάλους βιομηχανικούς χρήστες.

Η χρέωση εξισορρόπησης – γνωστή ως Λογαριασμός Προσαυξήσεων (Uplift) – αποτελεί μέρος των ρυθμιζόμενων χρεώσεων που ενσωματώνονται στο τελικό τιμολόγιο του ρεύματος. Αφορά στην κάλυψη του κόστους για υπηρεσίες όπως η διατήρηση της ευστάθειας του δικτύου, η διαχείριση συμφόρησης και η αποκατάσταση των αποκλίσεων μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.

Όπως προκύπτει από τη μελέτη, η Ελλάδα καταβάλλει ένα σημαντικά υψηλότερο τίμημα για αυτές τις υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, την περίοδο 2024-2025 (έως τον Απρίλιο), η μέση χρέωση εξισορρόπησης διαμορφώθηκε στα 12,2 €/MWh, έναντι μόλις 3 €/MWh στην Ιταλία. Αυτό μεταφράζεται σε ποσοστό 12% επί της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) στην Ελλάδα, όταν στην Ιταλία δεν ξεπερνά το 3%.

Δομικές διαφορές με κόστος

Η μεγάλη απόκλιση κόστους δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική. Στην Ιταλία, η αγορά εξισορρόπησης λειτουργεί με συνεχή προαγορά ενέργειας μέσω έξι διαδοχικών φάσεων από την προηγούμενη ημέρα, αξιοποιώντας το μοντέλο pay-as-bid. Επιπλέον, εφαρμόζονται διορθωτικοί μηχανισμοί για τον περιορισμό αυθαίρετων κερδών, όπως τα λεγόμενα non-arbitrage fees, που λειτουργούν αποτρεπτικά για πρακτικές χειραγώγησης της αγοράς.

Στον αντίποδα, η ελληνική αγορά εμφανίζει απουσία τέτοιων εργαλείων, ενώ ταυτόχρονα συγκεντρώνει μεγάλο μέρος του κόστους σε ένα ενιαίο και αδιαφανές πλαίσιο χρεώσεων. Όπως σημειώνει η μελέτη, σημαντικές επιμέρους υπηρεσίες, όπως η διαχείριση συμφόρησης, η χρήση διασυνδέσεων και η συγκέντρωση φορτίου, χρεώνονται ξεχωριστά στην Ιταλία αλλά "εξαφανίζονται" λογιστικά από τον ΛΠ3 στην Ελλάδα, αυξάνοντας το τελικό κόστος χωρίς διαφάνεια.

Υψηλές αποζημιώσεις ισχύος

Στο ελληνικό μοντέλο περιλαμβάνεται επίσης ένα σημαντικό κονδύλι για την αποζημίωση ισχύος. Όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, η Ελλάδα δαπανά περί τα 200 εκατ. ευρώ ετησίως για να διατηρεί εφεδρικές μονάδες διαθέσιμες, ποσό που καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τους καταναλωτές. Η πρακτική αυτή χαρακτηρίζεται ως γενναιόδωρη, με τους επικριτές να κάνουν λόγο για υπερβολική επιβάρυνση των τελικών τιμολογίων.

Αστάθεια και έλλειψη προβλεψιμότητας

Επιπλέον, σε αντίθεση με την Ιταλία, η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από έντονη ευμεταβλητότητα στις χρεώσεις, γεγονός που δυσχεραίνει τον ενεργειακό σχεδιασμό της βιομηχανίας. Η μεταβλητότητα αυτή δεν συνδέεται απαραίτητα με τις ανάγκες του συστήματος, αλλά αποδίδεται σε ελλείψεις στον μηχανισμό κατανομής κόστους και στη δομή των εντολών εξισορρόπησης που εκτελεί ο Διαχειριστής.

Έκκληση της βιομηχανίας για αναθεώρηση

Οι βιομηχανικοί καταναλωτές εκφράζουν εδώ και καιρό την ανησυχία τους για το κόστος εξισορρόπησης, το οποίο, όπως υποστηρίζουν, υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής στην Ελλάδα. Με αφορμή τα ευρήματα της μελέτης, ζητούν:

  • Επανασχεδιασμό του μηχανισμού χρέωσης ΛΠ3
  • Θεσμοθέτηση ελεγκτικών εργαλείων κατά των στρεβλώσεων
  • Ενσωμάτωση καλών πρακτικών από άλλες ευρωπαϊκές αγορές
  • Συμμετοχή των καταναλωτών στις συζητήσεις για τη διαμόρφωση του πλαισίου

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς: «Όταν πληρώνουμε τέσσερις φορές περισσότερο για τις ίδιες υπηρεσίες, δεν μιλάμε για ενεργειακή πολιτική, αλλά για οικονομική στρέβλωση».

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM