Ο αγώνας της ΕΕ να περιορίσει την εξάρτηση από την Κίνα για την ενεργειακή μετάβαση – Πού «σκοντάφτουν» τα σχέδια των Βρυξελλών
Η Ευρώπη κατάφερε τα τελευταία χρόνια να περιορίσει δραστικά την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία. Σήμερα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη στρατηγική πρόκληση: την αυξανόμενη εξάρτησή της από την Κίνα για τις τεχνολογίες και τις πρώτες ύλες που βρίσκονται στον πυρήνα της πράσινης μετάβασης.
Η μαζική ανάπτυξη φωτοβολταϊκών, αιολικών πάρκων, συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και ηλεκτρικών δικτύων έχει βοηθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση να μειώσει την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και να επιταχύνει την απανθρακοποίηση της οικονομίας της. Ωστόσο, μεγάλο μέρος του εξοπλισμού που απαιτείται για αυτή τη μετάβαση κατασκευάζεται στην Κίνα.
Το 2024, η Κίνα αντιστοιχούσε στο 98% των εισαγωγών φωτοβολταϊκών πάνελ της Ευρώπης, στο 88% των εισαγωγών μπαταριών ιόντων λιθίου και στο 61% των εισαγωγών μετατροπέων, σύμφωνα με έκθεση του στρατηγικού κέντρου Loom.
Οι ίδιοι οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Η Ευρώπη μπορεί να μειώνει την εξάρτησή της από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αλλά την ίδια στιγμή δημιουργεί μια νέα εξάρτηση από την Κίνα, η οποία βρίσκεται στην καρδιά της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας για τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας. Και αυτή η εξάρτηση δεν είναι μόνο οικονομική.
Το νέο ενεργειακό δίλημμα της Ευρώπης
Η κινεζική βιομηχανία έχει καταφέρει να παράγει φωτοβολταϊκά πάνελ, μπαταρίες και άλλα προϊόντα καθαρής τεχνολογίας σε τεράστια κλίμακα και με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος. Για την Ευρώπη, αυτό αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα.
Χάρη στις φθηνές εισαγωγές, οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να εγκαθιστούν γρηγορότερα νέα έργα ανανεώσιμης ενέργειας, μειώνοντας παράλληλα το κόστος της ενεργειακής μετάβασης για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Το τίμημα, όμως, είναι η συγκέντρωση της παραγωγής σε έναν περιορισμένο αριθμό προμηθευτών — και κυρίως στην Κίνα. Μια γεωπολιτική κρίση, μια εμπορική σύγκρουση ή ένας περιορισμός στις κινεζικές εξαγωγές θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας και να καθυστερήσει την ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος για τη δράση για το κλίμα, Wopke Hoekstra, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα άμεσα, ακόμη κι αν η διαδικασία αποδειχθεί ακριβή.
Όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στο Euronews, η Ευρώπη θα έπρεπε να είχε κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση πριν από πέντε ή δέκα χρόνια. Όσο περισσότερο καθυστερεί, τόσο υψηλότερο θα είναι το κόστος της προσαρμογής.
Η εξάρτηση από την Κίνα αποτελεί, σύμφωνα με τον Hoekstra, μια «επικίνδυνη και άβολη» ευπάθεια όχι μόνο για τις κλιματικές φιλοδοξίες της Ευρώπης, αλλά και για την οικονομική της ασφάλεια.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς κινεζικά εξαρτήματα και τεχνολογίες ενσωματώνονται σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Έτσι, το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο το κόστος ή την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά και την ασφάλεια των υποδομών της.
Η διαφοροποίηση παραμένει δύσκολη
Τα τελευταία χρόνια οι Βρυξέλλες έχουν ανακοινώσει σειρά μέτρων για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, τη διαφοροποίηση των εισαγωγών και την εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών κρίσιμων πρώτων υλών.
Η ΕΕ αναζητά νέους εμπορικούς και στρατηγικούς εταίρους εκτός Κίνας, μεταξύ άλλων στη Βραζιλία, ενώ έχει δημιουργήσει μηχανισμούς για την ενίσχυση της πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες και τη συγκέντρωση της ευρωπαϊκής ζήτησης.
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, τα αποτελέσματα είναι περιορισμένα.
Σε πρόσφατη έκθεσή του, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι οι προσπάθειες της ΕΕ για διαφοροποίηση των εισαγωγών δεν έχουν αποδώσει απτά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, σημαντικά εμπόδια εξακολουθούν να περιορίζουν την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής, ενώ η ανακύκλωση κρίσιμων πρώτων υλών βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο.
«Η δράση της ΕΕ για τη διαφοροποίηση των εισαγωγών δεν παράγει απτά αποτελέσματα», ανέφεραν οι ελεγκτές, προειδοποιώντας παράλληλα ότι πολλά από τα έργα που χρηματοδοτεί η ΕΕ ενδέχεται να μην προλάβουν να αποδώσουν εγκαίρως.
Η Keit Pentus-Rosimannus, μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που είχε την ευθύνη του σχετικού ελέγχου, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη έχει καταστεί «επικίνδυνα εξαρτημένη» από έναν μικρό αριθμό χωρών εκτός ΕΕ για κρίσιμα υλικά.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην περίπτωση των ορυκτών που απαιτούνται για την κατασκευή μπαταριών και άλλων τεχνολογιών καθαρής ενέργειας.
Η δημιουργία ευρωπαϊκών ορυχείων, μονάδων επεξεργασίας και υποδομών ανακύκλωσης δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Απαιτούνται χρόνια επενδύσεων, αδειοδοτήσεων και ανάπτυξης υποδομών, την ώρα που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονο διεθνή ανταγωνισμό.
Το κόστος της ανεξαρτησίας
Η προσπάθεια απεξάρτησης από την Κίνα θα έχει αναπόφευκτα οικονομικό κόστος. Τα κινεζικά προϊόντα είναι φθηνά ακριβώς επειδή η χώρα έχει δημιουργήσει τεράστια παραγωγική δυναμικότητα και ελέγχει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού. Η δημιουργία αντίστοιχων δυνατοτήτων στην Ευρώπη θα απαιτήσει σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις.
Τα ευρωπαϊκής κατασκευής φωτοβολταϊκά, οι μπαταρίες και άλλα εξαρτήματα ενδέχεται αρχικά να είναι ακριβότερα από τα κινεζικά. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις πιθανότατα θα χρειαστεί να στηρίξουν την εγχώρια παραγωγή με επιδοτήσεις, επενδυτικά κίνητρα ή εμπορικά μέτρα.
Με λίγα λόγια η Ευρώπη θέλει φθηνή και γρήγορη πράσινη ενέργεια, αλλά ταυτόχρονα θέλει να διασφαλίσει ότι η ενεργειακή της μετάβαση δεν θα στηρίζεται σε έναν γεωπολιτικό αντίπαλο.
Η έκθεση του Loom, την οποία συνυπογράφουν ο Michal Meidan του Oxford Institute for Energy Studies και ο Michael Collins, πρώην αναπληρωτής επικεφαλής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας στο υπουργικό συμβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου, προειδοποιεί ότι η υπερβολική εξάρτηση από την Κίνα θα μπορούσε να έχει ευρύτερες οικονομικές συνέπειες.
Οι συντάκτες της έκθεσης συνδέουν μάλιστα το ζήτημα με τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και των προηγμένων τεχνολογιών. Εάν κρίσιμες υποδομές της ευρωπαϊκής οικονομίας εξαρτώνται από κινεζικές μπαταρίες, δίκτυα και εξοπλισμό, τότε η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης θα παραμένει περιορισμένη.
Από τη Ρωσία στην Κίνα
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να διακόψει τους οικονομικούς δεσμούς της με την Κίνα. Ούτε είναι ρεαλιστικό να παράγει εντός των συνόρων της κάθε εξάρτημα που απαιτείται για την πράσινη μετάβαση.
Το ζητούμενο είναι διαφορετικό: να μην καταστεί καμία χώρα τόσο κρίσιμη για το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα, ώστε μια γεωπολιτική κρίση να μπορεί να παραλύσει την προσπάθεια απανθρακοποίησης.
Αυτό σημαίνει περισσότερη εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εισαγωγών, στρατηγικά αποθέματα, επενδύσεις στην ανακύκλωση και νέες συνεργασίες με χώρες που μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστους εναλλακτικούς προμηθευτές.
Η Ευρώπη έχει ήδη πάρει ένα σκληρό μάθημα από την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: η εξάρτηση από έναν γεωπολιτικό αντίπαλο μπορεί να μετατραπεί πολύ γρήγορα σε ζήτημα εθνικής και οικονομικής ασφάλειας.
Τώρα καλείται να αποφύγει την επανάληψη του ίδιου λάθους.
Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η ταχύτητα με την οποία η Ευρώπη θέλει να πραγματοποιήσει την πράσινη μετάβαση έχει ενισχύσει την εξάρτησή της από την Κίνα. Όσο περισσότερα φωτοβολταϊκά, μπαταρίες και συστήματα αποθήκευσης εγκαθίστανται χωρίς παράλληλη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού, τόσο βαθύτερη γίνεται η συγκεκριμένη εξάρτηση.
Η απεξάρτηση, επομένως, δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε φθηνή. Αλλά για τις Βρυξέλλες το πραγματικό ερώτημα είναι αν το κόστος της στρατηγικής αυτονομίας είναι τελικά μικρότερο από το κόστος μιας νέας κρίσης εφοδιασμού.
Όπως σημειώνει ο Joss Garman του Loom, η Ευρώπη κινδυνεύει να «εδραιώσει αθόρυβα μια ακόμη εξάρτηση» ως απάντηση στην ενεργειακή της εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Μόνο που αυτή τη φορά το σημείο συμφόρησης δεν φαίνεται στον λογαριασμό ενέργειας. Βρίσκεται μέσα στις ίδιες τις τεχνολογίες που υποτίθεται ότι θα καταστήσουν την Ευρώπη ενεργειακά πιο ασφαλή.