Skip to main content
Menu
English edition

Εξοικονόμηση ενέργειας ή απέραντη φτώχεια;

Από τις πρωτοπόρες χώρες της Ε.Ε. στην εξοικονόμηση ενέργειας εμφανίζεται να είναι η Ελλάδα, σύμφωνα με έκθεση του ευρωπαϊκού Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) που την κατατάσσει πρώτη στο ρυθμό περιορισμού της κατανάλωσης για το διάστημα 2000-2014 (-16,6%), ανάμεσα στις 28 χώρες της Ε.Ε. – κι αυτό, μάλιστα, παρά την κατακόρυφη αύξηση της κατανάλωσης στο διάστημα 2000-2007.

Καθώς ο ενεργειακός τομέας είναι υπεύθυνος για περίπου 80% των εθνικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΑΘ), η εντυπωσιακή αυτή μείωση της κατανάλωσης ενέργειας έχει συμβάλλει καθοριστικά και στη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας μας (περίπου 20% στο διάστημα 2000-2014). Το γεγονός αυτό μάλιστα χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από τη ΔΕΗ και τους υποστηρικτές του λιγνιτικού μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής για να προεξοφλήσουν την επίτευξη στόχων μείωσης εκπομπών ΑΘ το 2030, παρουσιάζοντας την κατασκευή 2 νέων λιγνιτικών μονάδων και τις προσπάθειες για επέκταση του χρόνου ζωής υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων ως ανώδυνες επιλογές.

Το ερώτημα όμως είναι εάν η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας είναι αποτέλεσμα μιας συνεκτικής στρατηγικής βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης της ελληνικής οικονομίας, ή απλά αποτέλεσμα της οικονομικής ύφεσης της τελευταίας επταετίας. Εάν ισχύει το δεύτερο, όταν η οικονομία ανακάμψει η παρατηρούμενη τάση περιορισμού της κατανάλωσης όχι απλά δε θα συνεχισθεί, αλλά θα αντιστραφεί δραματικά.

Μια προσεκτική ανάγνωση των στοιχείων δίνει την απάντηση.  Σύμφωνα με τη Eurostat, οι τομείς με το μεγαλύτερο ενεργειακό αποτύπωμα είναι οι μεταφορές, τα κτίρια κατοικίας και η βιομηχανία.

Στον τομέα των μεταφορών, η Ελλάδα έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη μείωση κατανάλωσης ενέργειας σε όλη την Ε.Ε. από το 2005. Επίδοση, όμως, που αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης: η χώρα έρχεται πρώτη σε όλη την Ε.Ε. στη μείωση των οδικών μεταφορών από το 2007 με -6,5%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι -1,8%. Η απουσία πραγματικών μέτρων βελτίωσης της αποδοτικότητας των μεταφορών φαίνεται από το ότι η Ελλάδα παραμένει προτελευταία στη διείσδυση του ηλεκτρισμού στις μεταφορές, ο δείκτης ιδιοκτησίας ΙΧ οχημάτων έχει αυξηθεί κατά 20% την τελευταία δεκαετία, ενώ το μερίδιο των δημόσιων συγκοινωνιών στις συνολικές μετακινήσεις επιβατών έχει σημειώσει την τρίτη μεγαλύτερη μείωση, μετά την Πολωνία και τη Βουλγαρία.

Η εικόνα είναι αντίστοιχη και στα νοικοκυριά. Από το 2000 η κατανάλωση, εάν συνεκτιμηθούν οι διαφορετικές κλιματικές συνθήκες, έχει μειωθεί κατά μόλις 8,7%. Η μείωση αυτή αποδίδεται κατά 12,5% στη βελτίωση της αποδοτικότητας, και κατά 87,5% σε συμπεριφορικές αλλαγές, την αδυναμία δηλαδή κάλυψης αναγκών! Είναι ενδεικτικό πως ένα 42% των Ελλήνων αδυνατούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους – ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 9,1%. Ακόμα όμως και παρά την αδυναμία πληρωμής , τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να καταναλώνουν αλόγιστα σχεδόν τη διπλάσια ενέργεια ανά m2 από αυτά της Πορτογαλίας, χώρας με συγκρίσιμα οικονομικά, πληθυσμιακά και κλιματικά δεδομένα, αποδεικνύοντας ότι η εξοικονόμηση ενέργειας παραμένει λέξη σχεδόν άγνωστη.

Στον τομέα της βιομηχανίας, τρίτο κατά σειρά σε συνεισφορά στο εθνικό ενεργειακό αποτύπωμα, οι εξελίξεις είναι ακόμα πιο αποκαρδιωτικές. Η Ελλάδα όχι μόνο ανήκει στο γκρουπ των 3 μοναδικών χωρών της Ε.Ε. που έχουν αυξήσει την ενεργειακή τους ένταση από το 2005, παράγουν δηλαδή λιγότερο προϊόν με την ίδια ή και παραπάνω ενέργεια, αλλά καταλαμβάνει και την πρώτη θέση με αύξηση περίπου 25%.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, δεν προκαλεί έκπληξη η θέση που καταλαμβάνει η Ελλάδα στην επίτευξη πραγματικής εξοικονόμησης ενέργειας από το 1990. Τέταρτη, ανάμεσα στις 28 χώρες της Ε.Ε. – από το τέλος!  

Η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας αν και θα μπορούσε να αποτελεί δείκτη βελτίωσης της αποδοτικότητας μιας οικονομίας, στην ελληνική περίπτωση αποκαλύπτει τη δυσβάσταχτη οικονομική ανέχεια και την εθνική ανεπάρκεια στη λήψη ουσιαστικών μέτρων και χάραξης ορθολογικής ενεργειακής πολιτικής.

Ο Μιχάλης Προδρόμου είναι Σύβουλος Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής του WWF Ελλάς.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα