Ενεργειακές Κοινότητες: Ευκαιρία για κέρδη, ανάγκη για επιτάχυνση!
Οι αυξήσεις στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος που πληρώνει ο τελικός καταναλωτής έχουν προαναγγελθεί και θα είναι τσουχτερές. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να «δικαιολογηθούν» οι αυξήσεις αυτές (έκρηξη του κόστους αγοράς ορυκτών καυσίμων, αύξηση δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κλπ). Υπάρχουν όμως και όπλα στην ενεργειακή φαρέτρα της χώρας μας τα οποία δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς και θα μπορούσαν να δώσουν μια «ανάσα», μειώνοντας το κόστος τελικού καταναλωτή, αλλά και εξασφαλίζοντας κέρδη στον Έλληνα επενδυτή! Οι Ενεργειακές Κοινότητες είναι μια τέτοια περίπτωση, μη επαρκώς αξιοποιημένη…
Ας το πάρουμε όμως από την αρχή: Φημολογείται στην αγορά ότι έχει φτάσει η ώρα που ο ΑΔΜΗΕ και ο ΔΕΔΔΗΕ θα αρχίσουν να δίνουν, επιτέλους, τους πολυπόθητους όρους σύνδεσης σε μια σειρά από έργα που βρίσκονται στις λίστες αναμονής και έχουν δημοσιευθεί από τον Ιούλιο (αλλά στην πραγματικότητα καταρτίζονται από τις αρχές του έτους).
Στη λίστα του ΑΔΜΗΕ (που παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω μεγέθους έργων), υπάρχουν 96 έργα συνολικής ισχύος 4450 ΜW. Από αυτά, 19 με συνολική ισχύ άνω των 1830 ΜW, ανήκουν στη ΔΕΗ Ανανεώσιμες. Έχουν μάλιστα προτεραιότητα σύνδεσης αντί όλων των υπολοίπων έργων στη λίστα.
Στη σχετική λίστα περιλαμβάνονται επίσης έξι έργα, κάτι λιγότερο από 40ΜW, της Εγνατία Γκρουπ, που εξαγοράστηκε πρόσφατα από τη Μυτιληναίος. Τα υπόλοιπα 71 έργα φαίνεται να ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, σε ιδιώτες ή πολύ μικρότερες εταιρείες.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι πάνω από τις μισές εμφανίζονται ως ενεργειακές κοινότητες, που εξ’ορισμού πρέπει να είναι μικροί συνεταιρισμοί «λαϊκής βάσης». Μάλιστα, μια πιο προσεκτική ματιά γρήγορα αποκαλύπτει ότι πολλές από αυτές τις κοινότητες είναι γκρουπαρισμένες σε ομάδες 2-4 κοινοτήτων, σχηματίζοντας έργα που ξεπερνούν και τα 70ΜW.
Η αγορά γνωρίζει καλά ότι, λόγω της ιδιόμορφης συνεταιριστικής νομικής τους μορφής, οι ενεργειακές κοινότητες έχουν δυσκολία εξεύρεσης τραπεζικού δανεισμού. Σε περίπτωση που τον εξασφαλίσουν, φτάνει στο 75-80% του έργου.
Το ερώτημα, λοιπόν που γεννάται είναι πόσες από τα έργα αυτά, και δη τις ενεργειακές κοινότητες, έχουν πραγματικά εξασφαλίσει χρηματοδότηση για τα έργα που προτείνουν.
Κάποιες λέγεται ότι κρύβουν πίσω τους λογής - λογής «επενδυτές» από διάφορα μέρη του κόσμου, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης…
Για τις υπόλοιπες, μένει να δούμε σύντομα τις πραγματικές χρηματοδοτικές τους δυνατότητες. Ένα πρώτο βήμα είναι η κατάθεση των εγγυητικών επιστολών για τους όρους σύνδεσης. Το παιχνίδι όμως δεν τελειώνει εκεί, διότι αφενός η κατάθεση της εγγυητικής επιστολής δεν χρηματοδοτείται υποχρεωτικά από ίδια κεφάλαια, αφετέρου, η ίδια η επένδυση απαιτεί πολλαπλάσια κεφάλαια από αυτά της εγγυητικής επιστολής.
Το κενό στην αγορά φαίνεται να το έχουν αντιληφθεί σοβαρά funds που κινούνται στον ευρύτερο χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας - ενεργειακής μετάβασης (κάποια μάλιστα ανακοινώθηκαν πρόσφατα) και προσφέρουν ελκυστικούς όρους χρηματοδότησης, με ίδια κεφάλαια, σε φορείς τέτοιων έργων.
Το ρίσκο για τους φορείς των έργων είναι μεγάλο, ειδικά από τη στιγμή που θα κατατεθούν οι εγγυητικές επιστολές. Ύστατη λύση, η πώληση, στο βαθμό που το επιτρέπουν τα χρονικά περιθώρια.
Η συνέχεια αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον. Πόσα σχήματα θα κλείσουν τελικά τη χρηματοδότησή τους; Θα μείνουν άραγε «αναλλοίωτα», θα μπουν funds ή άλλοι επενδυτές; Πόσα και ποια θα αλλάξουν χέρια;
Το ζήτημα είναι ιδιαιτέρως σοβαρό και απαιτεί από την πολιτεία να επιταχύνει τις ενέργειες της, αλλά και από τις ενεργειακές κοινότητες να λύσουν άμεσα το ζήτημα της ανεύρεσης κεφαλαίων. Το σίγουρο είναι ότι η ευκαιρία είναι υπαρκτή και όσοι κινηθούν έξυπνα και γρήγορα θα είναι οι ωφελημένοι…_