Είναι εφικτή η πρόταση των FT για μαζική εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα και διασύνδεση με Γερμανία; Τα εργαστήρια Primes και Fraunhofer απαντούν
Με αφορμή την πρόσφατη πρόταση των Financial Times για οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας μέσω της μαζικής εγκατάστασης φωτοβολταϊκών και δημιουργίας διασύνδεσης με τη Γερμανία, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στην ολοκληρωμένη ανάλυση του εργαστηρίου Primes του ΕΜΠ, η οποία εκπονήθηκε το 2015 σε συνεργασία με το γερμανικό ινστιτούτο Fraunhofer συνδυάζοντας τα μοντέλα τους.
Στην ανάλυσή τους, οι δύο φορείς εξετάζουν τις δυνατότητες και την αποδοτικότητα της ανάπτυξης ΑΠΕ στην Ελλάδα και τη Γερμανία σε συνδυασμό με τη δημιουργία διασυνδέσεων.
Όπως εκτιμούν οι συντάκτες, υπό το υφιστάμενο καθεστώς δεν είναι εφικτή η πλήρης αξιοποίηση του ανανεώσιμου δυναμικού στην Ελλάδα και τη Γερμανία, οπότε χρειάζεται να αναζητηθούν νέες λύσεις. Σημειώνεται ότι “τα δύο ενεργειακά συστήματα χρειάζονται διεθνείς και εθνικές επεκτάσεις του δικτύου με υψηλή προτεραιότητα ώστε να αναπτυχθούν περαιτέρω οι ΑΠΕ. Η ανάλυση δείχνει ότι οι επεκτάσεις αυτές είναι οικονομικά πιο συμφέρουσες σε σχέση με άλλες λύσεις, όπως οι συμβατικές εφεδρείες ή η αποθήκευση ενέργειας σε μεγάλη κλίμακα”.
Η ανάλυση εξετάζει τη δημιουργία δύο γραμμών DC συνολικής μεταφορικής ισχύος 10 γιγαβάτ στον άξονα Ελλάδα-Γερμανία, δηλαδή μια γραμμή 4 γιγαβάτ που θα ενώνει Ελλάδα-ΦΥΡΟΜ-Σερβία-Ουγγαρία-Αυστρία-Γερμανία και μια γραμμή 6 γιγαβάτ που θα ενώνει Ελλάδα-Βουλγαρία-Ρουμανία-Ουγγαρία-Σλοβακία-Τσεχία-Γερμανία. Προβλέπεται θεωρητικά η κατασκευή τους μετά το 2025 και πλήρης λειτουργία το 2050, έναντι μιας επένδυσης 40 δις. ευρώ.
Όπως τονίζεται σχετικά με την εμπορική βιωσιμότητα του σχεδίου, η αποπληρωμή της επένδυσης προβλέπεται να γίνεται τμηματικά με το ένα έκτο κάθε πέντε χρόνια και επιστροφή 6%. Η ταρίφα για τη διασύνδεση προσδιορίζεται σε 6 ευρώ/μεγαβατώρα για το σενάριο ήπιας ανάπτυξης των ΑΠΕ και σε 5 ευρώ/μεγαβατώρα για το σενάριο πιο έντονης ανάπτυξης των ΑΠΕ.
Μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε σε βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού και στις δύο χώρες, αλλά ιδιαίτερα στην Ελλάδα με περισσότερη διαθέσιμη ισχύ, ενισχυμένη ευελιξία και χαμηλότερη συμφόρηση και κόστος συστήματος. Παράλληλα, προβλέπονται σημαντικές ευκαιρίες για το εμπόριο ηλεκτρισμού και οφέλη και για τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής.