Αντλίες θερμότητας: Το επόμενο ενεργειακό στοίχημα της Ευρώπης και ο «υψηλός πήχης» στην Ελλάδα
Η αγορά αντλιών θερμότητας στην Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με πολλές και ποικίλες προκλήσεις, που κυμαίνονται από τον περιορισμένο εφοδιασμό έως το υψηλό κόστος.
Ωστόσο, η διάθεση δεν είναι τόσο απλή όσο μπορεί να υποδηλώνει αυτή η εξίσωση. Η εναλλαγή συστημάτων θέρμανσης είναι δαπανηρή και περίπλοκη για τους ιδιοκτήτες σπιτιού, περιορίζοντας τη ζήτηση.
Η Γερμανία για παράδειγμα, παλεύει με τα σχέδια να διπλασιάσει τις πωλήσεις των αντλιών θερμότητας, αφού αντιμετώπισε αντιδράσεις σχετικά με μια πρόταση απαγόρευσης των λεβήτων φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Όπως υπογραμμίζουν οι Financial Times, λίγο λιγότερο από το 6% των 21 εκατομμυρίων συστημάτων θέρμανσης που έχουν εγκατασταθεί στη Γερμανία είναι αντλίες θερμότητας. Η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών χρησιμοποιεί λέβητες πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Το Βερολίνο θέλει τα πρόσφατα εγκατεστημένα συστήματα να τροφοδοτούνται τουλάχιστον κατά 65% από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από το επόμενο έτος.
Αντίθετα, οι χώρες με σαφέστερα οικονομικά κίνητρα γνώρισαν μεγαλύτερη επιτυχία. Η κρίση των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη πέρυσι πυροδότησε ένα «σημείο καμπής», με αποτέλεσμα την αύξηση των πωλήσεων αντλιών θερμότητας κατά 39%. Η Νορβηγία, με τα αποθέματα υδροηλεκτρικής ενέργειας, έχει σημειώσει επιτυχία στη στροφή προς την άμεση ηλεκτρική θέρμανση και τις αντλίες θερμότητας. Η Πολωνία έχει επίσης διπλασιαστεί στις εγκαταστάσεις αντλιών θερμότητας λόγω των κανόνων καθαρού αέρα και των επιδοτήσεων.
Η Ιταλία από την πλευρά της, μέσω εκπτώσεων φόρου για αναβαθμίσεις ενεργειακής απόδοσης, κατέγραψε αξιοσημείωτη αύξηση στις πωλήσεις αντλιών θερμότητας.
Ενδιαφέρον
Παρά τις προκλήσεις όμως, η υιοθέτηση αντλιών θερμότητας στην Ευρώπη αυξάνεται σταδιακά ως απάντηση στην ανάγκη εξάλειψης της καύσης ορυκτών καυσίμων. Οι κυβερνήσεις και οι παράγοντες του κλάδου εργάζονται για να αντιμετωπίσουν τα εμπόδια και να παρέχουν κίνητρα στα νοικοκυριά για μετάβαση σε πιο βιώσιμα συστήματα θέρμανσης.
Οι αντλίες θερμότητας είναι μια κορυφαία εναλλακτική λύση, που επαινείται για την αποτελεσματικότητά τους. Αντλώντας ζεστασιά από τον εξωτερικό αέρα ή το έδαφος, μπορούν να παράγουν 3 kWh ή περισσότερο θερμότητα για κάθε kWh ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την τροφοδοσία τους.
Το σημείο καμπής
Η κρίση των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη πέρυσι βοήθησε να πυροδοτηθεί ένα «σημείο καμπής», δήλωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση Αντλιών Θερμότητας (EHPA): οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 39% το 2022 με σχεδόν 20 εκατομμύρια αντλίες να έχουν εγκατασταθεί τώρα στην Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο.
H τελευταία έκθεση της ΕΗΡΑ αναφέρει ότι «με τη Γαλλία να πρωτοστατεί, ο κτιριακός τομέας της Ευρώπης αποφεύγει περισσότερα αέρια θερμοκηπίου από ποτέ, χάρη στην αύξηση ρεκόρ στις πωλήσεις αντλιών θερμότητας το 2022».
«Τα 3 εκατομμύρια αντλίες θερμότητας που προστέθηκαν πέρυσι ανεβάζουν το συνολικό απόθεμα αντλιών θερμότητας σε 20 εκατομμύρια. Αυτά αποφεύγουν 52,5 Μεγατόνους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ετησίως – περίπου στο ετήσιο σύνολο της Ελλάδας»τονίζει χαρακτηριστικά η έκθεση.
Εξαιρετική χρονιά
«Το 2022 ήταν μια εξαιρετική χρονιά για τις ευρωπαϊκές πωλήσεις αντλιών θερμότητας. Τα θεμέλια τίθενται για συνεχή εξαιρετική ανάπτυξη και μαζί με αυτήν τα οφέλη που αποφέρουν οι αντλίες θερμότητας όσον αφορά τη δράση για το κλίμα, την ενεργειακή ανεξαρτησία και τις θέσεις εργασίας. Αυτή είναι χωρίς αμφιβολία η δεκαετία των αντλιών θερμότητας», σχολίασε ο Τόμας Νόβακ , γενικός γραμματέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
Η Γαλλία, η οποία σημείωσε για άλλη μια φορά ισχυρή ανάπτυξη των αντλιών θερμότητας πέρυσι, πρωτοστατεί όσον αφορά την αποφυγή εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέσω αντλιών θερμότητας, σε πολύ πάνω από 16 Mt. Ακολουθείται λίγο πίσω από τη Γερμανία και την Ιταλία με πάνω από 5 Mt αποφυγή η καθεμία .
Από την πλευρά του ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας αναφέρει ότι οι παγκόσμιες πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 11% το 2022, σηματοδοτώντας τη δεύτερη χρονιά διψήφιας ανάπτυξης του κλάδου και ένα ακόμα βήμα για ασφαλή και βιώσιμη θέρμανση.
Το χαμηλότερο κόστος θέρμανσης και τα κίνητρα των κυβερνήσεων αποτέλεσαν τους βασικούς μοχλούς για την αυξανόμενη ζήτηση. Στην Ευρώπη, οι αντλίες θερμότητας γνώρισαν έτος ρεκόρ, με τις πωλήσεις να αυξάνονται σχεδόν κατά 40%. Ειδικότερα, οι πωλήσεις μοντέλων αέρα-νερού, που είναι συμβατά με τυπικά καλοριφέρ και συστήματα ενδοδαπέδιας θέρμανσης, αυξήθηκαν σχεδόν κατά 50% .
Η εικόνα στην Ελλάδα
Το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) της χώρας μας που παρουσιάστηκε στις αρχές του έτους προβλέπει αύξηση 7% μέσα στην επόμενη διετία στις εγκαταστάσεις αντλιών θερμότητας, ενώ έμφαση στην ενίσχυση της τοποθέτησης αντλιών θερμότητας δίνει και το REPowerEU.
Το αναβαθμισμένο ΕΣΕΚ βάζει ψηλά τον πήχη για τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν έως το τέλος της δεκαετίας: από το μόλις 7% των νοικοκυριών στη χώρα που σήμερα έχουν τοποθετήσει αντλίες θερμότητας, ο στόχος είναι να φθάσουν στο 16% έως το 2025 και έως το 20% έως το 2030. Σε ό,τι αφορά στα κτήρια υπηρεσιών, εκεί ήδη το ποσοστό αυτό φθάνει στο 57% και οι νέοι στόχοι είναι να αγγίξει το 60% έως το 2025 και το 67% έως το 2030. Για την επίτευξη των στόχων αυτών και εν γένει για την επίτευξη των στόχων την ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων – νοικοκυριών, επιχειρήσεων υπολογίζεται ότι απαιτούνται επενδύσεις περίπου 1,5 δισ. ευρώ.
Επενδύσεις
Η γερμανική Vaillant έχει δεσμεύσει σχεδόν 2 δισ. ευρώ για να ενισχύσει τις δραστηριότητές της, συμπεριλαμβανομένου ενός νέου εργοστασίου στην Ισπανία με υπερδιπλασιασμό της παραγωγικής ικανότητας σε 500.000 μονάδες ετησίως. Η Bosch δήλωσε ότι θα επενδύσει περισσότερα από 1 δισ. ευρώ για να επεκταθεί στη Γερμανία, την Πορτογαλία και τη Σουηδία και να κατασκευάσει ένα νέο εργοστάσιο στην Πολωνία.
Η Carrier Global με έδρα τις ΗΠΑ δαπανά 12 δισ. ευρώ για να εξαγοράσει τη Viessmann, έναν γερμανικό όμιλο εξοπλισμού θέρμανσης. Ο διευθύνων σύμβουλός της Ντέιβιντ Γκίτλιν είπε στους επενδυτές ότι η Ευρώπη είναι η «μοναδική πιο ελκυστική αγορά στον κόσμο» και αναμένει ότι οι πωλήσεις αντλιών θερμότητας στην ΕΕ θα τριπλασιαστούν στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2027.

