Αγορά Προμήθειας Ενέργειας: Οι ευκαιρίες για την επίτευξη ουσιαστικής προόδου στα ανοιχτά ζητήματα του κλάδου
Το 2025 ξεκίνησε με σημαντικές γεωπολιτικές εξελίξεις η οποίες εμμέσως πλην σαφώς ήδη επηρεάζουν και θα επηρεάσουν περαιτέρω τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Η εκλογή του Donald Trump στον Προεδρικό θώκο των ΗΠΑ σηματοδοτεί και ήδη κινητοποιεί πλέον μια απαίτηση για συνολική «αλλαγή παραδείγματος» εκ μέρους της Ε.Ε. η οποία σε όλους τους τομείς – μεταξύ των οποίων σαφέστατα και ο ενεργειακός – βρίσκεται μπροστά στο φάσμα μιας απότομης «ενηλικίωσης».
Στον ενεργειακό τομέα αυτό σημαίνει κυρίως ταχύτερα βήματα προς την ενεργειακή ανεξαρτησία της ηπείρου ούτως ώστε σταδιακά η άμβλυνση των συνεπειών του συνεχιζόμενου πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά και να αντανακλάται μεσοπρόθεσμα στις διακυμάνσεις των ευρωπαϊκών χρηματιστηριακών αγορών ενέργειας.
Περνώντας από τη μεγάλη αυτή εικόνα στον «μικρόκοσμο» της χώρας μας και στις προκλήσεις, τις ελπίδες και τις προοπτικές του κλάδου της προμήθειας ενέργειας, θεωρούμε ότι το τρέχον έτος έχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που μπορούν να φέρουν ουσιαστική πρόοδο στα ανοιχτά ζητήματα του κλάδου, όπως αυτά συνεχώς και με ενεργητικό τρόπο επιδιώκει να αναδεικνύει ο ΕΣΠΕΝ.
Οι προσδοκίες για ουσιαστική πρόοδο εδράζονται στο κλίμα που διαμορφώνεται καθώς προχωράμε εντός του 2025 – η χώρα διανύει περίοδο πολιτικής σταθερότητας η οποία προσφέρει τη δυνατότητα για ελεύθερη χάραξη και άσκηση των εκάστοτε επιλεγόμενων ενεργειακών πολιτικών, οι γεωπολιτικές εντάσεις στον ευρωπαϊκό χώρο εμπεριέχουν για πρώτη φορά την προοπτική περαιτέρω άμβλυνσης και αυτό σταδιακά αποτυπώνεται στις διεθνείς αγορές ενέργειας και αντιστοίχως στη δική μας. Ουσιαστικά βρισκόμαστε ήδη περίπου δυο χρόνια από την ολοκλήρωση ενός τριετούς κύκλου μεγάλης αστάθειας στις ενεργειακές αγορές (πανδημία covid-19, Ρώσο-Ουκρανικός πόλεμος) και έχουμε μπροστά μας έναν ορίζοντα κανονικότητας για να λύσουμε ζητήματα του κλάδου που για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως λόγω της απαίτησης αντιμετώπισης της σοβούσας ενεργειακής κρίσης, έχουν μείνει πίσω.
Απώλειες
Ποια είναι όμως αυτά τα ζητήματα και πως τα προτάσσει ο ΕΣΠΕΝ βάσει της σημασίας που έχουν για την εύρυθμη λειτουργία της εγχώριας αγοράς προμήθειας ενέργειας; Το βασικότερο και ουσιαστικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζουμε ως κλάδος αλλά και ως χώρα, είναι σαφέστατα οι συνολικές απώλειες του δικτύου διανομής. Το έχουμε ήδη αναφέρει αλλά είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το απαράδεκτο γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφει σταθερά τις υψηλότερες απώλειες ηλεκτρικής ενέργειας στην E.E.
Σύμφωνα την τελευταία έκθεση του CEER που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους και λαμβάνει ως έτος αναφοράς το 2022, οι συνολικές απώλειες του δικτύου στη χώρα μας ανέρχονται σε 11,4%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος δεν ξεπερνά το 5,5%. Οι ρευματοκλοπές αποτελούν σαφέστατα μέρος του προβλήματος, ωστόσο δεν αρκούν για να εξηγήσουν το συνολικό μέγεθος στο οποίο διαμορφώνονται οι απώλειες. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει η απουσία θεσμικών κινήτρων για τη μείωση των απωλειών, καθώς και η πλήρης ελευθερία την οποία απολαμβάνει ο Διαχειριστής στο να μετακυλίει το σχετικό κόστος στους προμηθευτές και κατ’ επέκταση στους τελικούς καταναλωτές χωρίς συνέπειες.
Η Οριστική Εκκαθάριση της Αγοράς Εξισορρόπησης για το πρώτο εξάμηνο του 2022 αποτύπωσε για πρώτη φορά από την εποχή της έναρξης του Target Model το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος καθώς το κόστος προμήθειας – και κατ’ επέκταση οι καταναλωτές – επιβαρύνθηκαν με ένα ποσό της τάξεως των 743 εκατ. ευρώ λόγω των απωλειών δικτύου, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 17,42% επί της πραγματικής κατανάλωσης στη χαμηλή τάση και 7,18% στη μέση τάση.
Μέρος του ανωτέρω κόστους είναι προβλέψιμο και έχει ήδη ενσωματωθεί στα τιμολόγια ρεύματος μέσω των ισχυόντων συντελεστών απωλειών δικτύου, υπάρχει όμως και ένα εξαιρετικά σημαντικό μέρος – περίπου το 22% του συνολικού ποσού των απωλειών – το οποίο αφορά στη λεγόμενη «Ενέργεια Κανονικοποίησης» και συνιστά μια απρόβλεπτη, πρόσθετη επιβάρυνση για την αγορά, η οποία επιβάλλεται προκειμένου να κλείσει λογιστικά η εκκαθάριση της αγοράς ενέργειας.
Ο ΕΣΠΕΝ έχει προσπαθήσει να αναδείξει το θέμα και φυσικά έχει καταθέσει και τις αντίστοιχες προτάσεις για την βραχυπρόθεσμη και μέσο-μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του φαινομένου. Σε κάθε περίπτωση η σημερινή κατάσταση επιτείνει την αβεβαιότητα και υπονομεύει τον ανταγωνισμό στη λιανική αγορά, καθώς οι προμηθευτές αδυνατούν να προϋπολογίσουν με αξιοπιστία το πραγματικό κόστος προμήθειας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διαρθρωτικές συνθήκες για υψηλότερες τιμές και στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Ρυθμιστικά μέτρα
Ένα δεύτερο επίσης εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα, ιδίως πλέον υπό τις παρούσες συνθήκες της επιστροφής σε μια νέα κανονικότητα, είναι σαφώς τα σχεδιαζόμενα νέα ρυθμιστικά μέτρα στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Η πρόσφατη Δημόσια Διαβούλευση της ΡΑΑΕΥ ανέδειξε το σκεπτικό της Αρχής για την υιοθέτηση μέτρων τα οποία αποσκοπούν κυρίως στη διασφάλιση της διαφάνειας και της επαρκούς πληροφόρησης των καταναλωτών σχετικά με την τιμολόγησή τους.
Ως Σύνδεσμος θεωρούμε ότι αρκετές από τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις που τέθηκαν σε διαβούλευση έρχονται σε αντίθεση με το ισχύον νομικό πλαίσιο ή δεν ευθυγραμμίζονται με τις διατάξεις του Κώδικα Προμήθειας. Κατά κανόνα, είναι πεποίθησή μας και ευελπιστούμε κοινή πεποίθηση όλων ότι κάθε νέα ρύθμιση που αφορά στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να εντάσσεται στον Κώδικα Προμήθειας, ώστε να διασφαλίζεται η συνοχή του ρυθμιστικού πλαισίου και να αποφεύγονται αποσπασματικές ή αντικρουόμενες διατάξεις.
Επιπρόσθετα, στην πρόταση της Αρχής διαπιστώσαμε προβλέψεις και προτάσεις για νέες ρυθμίσεις οι οποίες είναι τυπικά αλλά και ουσιαστικά ανεφάρμοστες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η πρόβλεψη για σύνδεση των τιμολογίων κλιμακωτών χρεώσεων με την υποχρεωτική εγκατάσταση ευφυών μετρητών, πρόταση η οποία δεν ανταποκρίνεται στην τεχνική πραγματικότητα των ευφυών μετρητών και περιορίζει αδικαιολόγητα την εμπορική ελευθερία των προμηθευτών, αποστερώντας τους τη δυνατότητα να αναπτύσσουν καινοτόμα μοντέλα τιμολόγησης.
Αντιστοίχως, η καθολική απαγόρευση ανάκτησης δώρων προσέλκυσης ή η απαγόρευση σύναψης προφορικών συμβάσεων με τελικούς καταναλωτές συνιστούν υπέρμετρους περιορισμούς στις εμπορικές πρακτικές των προμηθευτών και δεν συνάδουν με την ελευθερία διαμόρφωσης εμπορικής πολιτικής που προβλέπει το ισχύον νομικό πλαίσιο και αποτελεί αναντίρρητη συνθήκη για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά.
Χρονίζοντα θέματα
Πέραν των ανωτέρω ζητημάτων τα οποία άπτονται σε μεγάλο βαθμό των τρεχουσών εξελίξεων, δυστυχώς συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε και ζητήματα τα οποία έχουν έναν πιο χρονίζοντα χαρακτήρα. Το πιο τυπικό παράδειγμα αυτών των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο κλάδος είναι φυσικά οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και το φαινόμενο του ενεργειακού τουρισμού.
Παρά τις πολυάριθμες νέες ρυθμίσεις στον τομέα της προμήθειας τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να παραμένει αρρύθμιστο το κενό που δημιουργήθηκε μετά την Απόφαση του ΣτΕ σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της δυνατότητας απενεργοποίησης μετρητή λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών πελατών προς τον προηγούμενο προμηθευτή τους. Πάγια θέση του ΕΣΠΕΝ είναι ότι η συμπλήρωση του Κώδικα Προμήθειας με μια νέα ρύθμιση πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο υγιής ανταγωνισμός και η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι συνολικά ο κλάδος συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπος με ληξιπρόθεσμες οφειλές νυν και πρώην πελατών οι οποίες υπερβαίνουν τα 2,5 δισ. ευρώ, ασκώντας διαρκώς ασφυκτικές πιέσεις στον κλάδο της προμήθειας και οδηγώντας σε αυξήσεις τιμολογίων, με σοβαρές επιπτώσεις για το σύνολο των τελικών καταναλωτών.
Αντίστοιχες πιέσεις εξακολουθούν να ασκούνται στον κλάδο από ελλείμματα σε ειδικούς λογαριασμούς όπως ο Ειδικός Λογαριασμός ΥΚΩ όπου παρά τη μείωση του ελλείμματος, οι συνολικές οφειλές συνεχίζουν να υπερβαίνουν τα 200 εκατ. ευρώ, ενώ καθυστερήσεις παρατηρούνται και στην απόδοση ποσών προς τους προμηθευτές από παλαιά αλλά και τρέχοντα σχήματα κρατικών επιδοτήσεων.
Ενίσχυση του ανταγωνισμού
Όλα τα ανωτέρω ζητήματα είναι εν πολλοίς γνωστά, ο ΕΣΠΕΝ έχει καταθέσει τις προτάσεις του για την διευθέτησή τους και θεωρούμε ότι η παρούσα συγκυρία παρουσιάζεται ως ιδιαιτέρως ευνοϊκή για να επιλυθούν. Η επίλυσή τους δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα ζήτημα το οποίο αφορά μόνο τον κλάδο της προμήθειας ενέργειας, είναι ζήτημα ουσιαστικής ενδυνάμωσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας και άρα, ζήτημα εξόχως αναπτυξιακό. Ο κλάδος της προμήθειας ενέργειας αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για τη λειτουργία του συνόλου των παραγωγικών κλάδων της εγχώριας οικονομίας και το κόστος της ενέργειας αποτελεί βασικό συστατικό του συνολικού κόστους των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται και προσφέρονται προς κατανάλωση στη χώρα και στο εξωτερικό.
Εφόσον θέλουμε ανταγωνιστικές τιμές για τον τελικό καταναλωτή η έμφαση οφείλει να στρέφεται πάντα στην ενίσχυση του ανταγωνισμού κι αυτό προϋποθέτει την άρση των στρεβλώσεων και την ελαχιστοποίηση των κεντρικών παρεμβάσεων στην αγορά. Σε κάθε περίπτωση, ο ΕΣΠΕΝ θα συνεχίσει να ενισχύει το ρόλο του στον κλάδο επιζητώντας λύσεις προς το συμφέρον όλων με ξεκάθαρους κανόνες ανταγωνισμού και να αναδεικνύει στρεβλώσεις και προκλήσεις η επίλυση των οποίων επιστρέφει κοινωνικό μέρισμα στον τελικό καταναλωτή με τη μορφή των χαμηλότερων τιμών.
Ο κ. Αναστάσιος Λωσταράκος είναι πρόεδρος του ΕΣΠΕΝ, και Γενικός Διευθυντής της εταιρείας nrg
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2025 που ετοιμάζει για 14η χρονιά η ομάδα του energypress και θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο.