Ανάγκη συνολικής επανεκκίνησης της ενεργειακής αγοράς
Του Καθηγητή Α. Μεταξά

Ανάγκη συνολικής επανεκκίνησης της ενεργειακής αγοράς

04 11 2014 | 08:25

Ο ενεργειακός κλάδος μπορεί να συντελέσει αποτελεσματικά στην προσπάθεια αναπτυξιακής ανασυγκρότησης της χώρας. Αυτή η επισήμανση εμπερικλείει, εκτός των προφανώς σημαντικότατων προοπτικών που σχετίζονται με τις αναμενόμενες θετικές εξελίξεις στο χώρο της έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων, και την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Η θετική αυτή συνδρομή της ενεργειακής αγοράς τελεί εντούτοις υπό την προϋπόθεση ότι στην παρούσα άκρως σημαντική φάση ριζικής αναδιοργάνωσης των εν λόγω αγορών θα σχεδιασθούν και δρομολογηθούν οι κατάλληλες, μακροπρόθεσμης στόχευσης, ρυθμιστικές και πολιτικές παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν την ουσιαστική εμπέδωση ανταγωνιστικών δομών προς όφελος του τελικού καταναλωτή. Αυτή η παρατήρηση μπορεί να ηχεί τετριμμένη, αλλά η σημερινή εικόνα της αγοράς, αρκετό μάλιστα διάστημα μετά την κατά την κατ’ όνομα απελευθέρωσή της, αναδεικνύει την αξία και επικαιρότητα αυτής της στοχοθέτησης.

Σημαντική για τη δόμηση των δεουσών παρεμβάσεων είναι η συγκεκριμενοποίηση του μείζονος διακυβεύματος που υφίσταται, το οποίο θα μπορούσε να συνοψισθεί στους εξής τρεις άξονες: α) Άνοιγμα της αγοράς με παράλληλη διευκόλυνση των πρώην μονοπωλιακών παρόχων (ΔΕΗ, ΔΕΠΑ) να προσαρμοσθούν στις νέες ανταγωνιστικές συνθήκες, η οποία (διευκόλυνση), συν τοις άλλοις θα συνίσταται στην αποφυγή επιβάρυνσής τους με ρόλους που δεν συνάδουν σε ενεργειακούς παίκτες (λ.χ. το ρόλο φοροεισπρακτόρων ή μηχανισμών υλοποίησης κοινωνικής πολιτικής κλπ.), β) εκλογίκευση του ενεργειακού κόστους για τον οικιακό καταναλωτή, τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς και ιδίως για τη χειμαζόμενη ελληνική βιομηχανία, χωρίς την ουσιαστική στήριξη της οποίας υπονομεύεται ριζικά η αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας και γ) διασφάλιση προϋποθέσεων για την περαιτέρω, προφανώς συντεταγμένη και οικονομικά ισόρροπη, διείσδυση των Ανανεωσίμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).

Κρίσιμη είναι εδώ επίσης η επισήμανση ότι σε ευαίσθητους χώρους, όπως είναι αυτός της ενεργειακής αγοράς, κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια είναι μακροπρόθεσμα καταδικασμένη αν δεν διασφαλίζεται επαρκώς η ασφάλεια δικαίου και η τήρηση βασικών δικαιοκρατικών αρχών που καθιστούν σαφείς και σταθερούς τους «όρους και κανόνες του παιχνιδιού», αλλά και στοιχειωδώς προβλέψιμες τις νομικορυθμιστικές παρεμβάσεις έναντι των επενδυτών. Λ.χ. η και για γεωστρατηγικούς λόγους επιβεβλημένη εισχώρηση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας μας ουδέποτε σχεδιάστηκε με γνώμονα χάραξης μακροπρόθεσμης στρατηγικής και με λήψη υπόψη των υφισταμένων τεχνικοοικονομικών δεδομένων και αναγκών. Τούτο οδήγησε πρόσφατα στην «πυροσβεστική» υιοθέτηση δικαιοκρατικά απορριπτέων πολιτικών αναδρομικής ανατροπής συμβατικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και, υποτίθεται, «εγγυημένων» προς τους παραγωγούς ΑΠΕ από το Δημόσιο τιμών πώλησης με σκοπό την καταπολέμηση του - εν πολλοίς και με ευρύτερες δομικές στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αιτιωδώς συνδεόμενου - ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ.

Η κριτική αυτή παρατήρηση δεν αγνοεί βέβαια το γεγονός ότι η πρωτογενής πολιτική ευθύνη πλημμελούς ή και εσφαλμένου σχεδιασμού της αγοράς ανατρέχει προφανώς στο παρελθόν και δεν βαρύνει (στο σύνολό της τουλάχιστον) την παρούσα πολιτική ηγεσία, η οποία προσπάθησε να επιλύσει με τον τελικώς επιλεγέντα τρόπο ένα πρόβλημα που δημιούργησε ο διαχρονικά απών στρατηγικός σχεδιασμός επί του συγκεκριμένου προβλήματος, το οποίο, για κακή της τύχη, πήρε ευρύτατες διαστάσεις «στα χέρια της». Σε μια αποστασιοποιημένη ουσιαστική θέαση του θέματος, όπως επιβάλλεται εξάλλου να είναι κάθε ισορροπημένη και αντικειμενική επιστημονική θεώρηση ενός προβλήματος, η οποία δεν πρέπει να επικεντρώνεται στην κατανομή προσωποποιημένων ευθυνών αλλά να εντοπίζει το διαχρονικό συστημικό έλλειμα συνοχής και προβλεψιμότητας της ακολουθούμενης πολιτικής, αυτό που μένει ως επίγευση είναι η «επίλυση» ενός θέματος, το οποίο κακός πολιτικός σχεδιασμός το πρώτον επέτρεψε και πολιτική ολιγωρία στη συνέχεια επέτρεψε να διογκωθεί.  
Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από την καθημερινή επαφή με έλληνες και ξένους επενδυτές στο χώρο της ενέργειας, αυτό το παραδειγματικά αναφερόμενο γεγονός (αναδρομική ανατροπή συμβάσεων) σε συνδυασμό με άλλες περιπτώσεις διαχρονικής πολιτικής ανακολουθίας και την σήμερα υφιστάμενη αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα συνιστούν βασικό λόγο ανάσχεσης του υγιούς (όχι, ενδεχομένως, του εφήμερα κερδοσκοπικού) επενδυτικού ενδιαφέροντος για την ενεργειακή αγορά της χώρας.

Είναι συνεπώς σαφές ότι πρέπει να γίνει μια νέα αρχή και να υιοθετηθεί έστω σήμερα η, θα έπρεπε αυτονόητη, στην χώρα μας δυστυχώς ενίοτε απούσα, μεθοδολογία έγκαιρου μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και συνδυαστικού συνυπολογισμού όλων των κρίσιμων παραμέτρων προ της λήψης των στρατηγικών αποφάσεων για τη δόμηση της ενεργειακής αγοράς. Αυτό ενδεχομένως θα βοηθήσει στην άρση και του σήμερα παρατηρούμενου φαινομένου, να δομείται η ελληνική ενεργειακή αγορά επί τη βάσει συσκοτιστικών της πραγματικότητας λεκτικών και ορολογικών συγκαλύψεων, δια των οποίων επιχειρείται και η υποκατάσταση της, λίγο πολύ διαχρονικής, έλλειψης ουσιαστικής πολιτικής βούλησης να υιοθετηθούν οι απαραίτητες τομές που θα την καταστήσουν λειτουργική και ουσιαστικά ανταγωνιστική.

Τούτο αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ενάργεια από σχεδόν όλους τους εξέχοντες εισηγητές στην εναρκτήρια εκδήλωση των «Ενεργειακών Διαλόγων», αυτής της σημαντικής πρωτοβουλίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης και του Energypress. Χαρακτηριστικές αναφορές έγιναν λχ. στο λεγόμενο «Μηχανισμός Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος», ο οποίος έρχεται να καλύψει κάτι το οποίο δεν συνδέεται (τουλάχιστον όχι απολύτως) με αυτό που λέει ο τίτλος του, αλλά αντιθέτως το περίφημο “missing money problem” των ιδιωτών ηλεκτροπαραγωγών, χωρίς την ύπαρξη των οποίων δεν θα υφίστατο καν ο υποτυπώδης σημερινός ανταγωνισμός στην αγορά παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στο περίφημο «New Deal”,το οποίο «νέο» ενδεχομένως είναι, «συμφωνία» σε καμία περίπτωση δεν συνιστά, καθότι προφανώς και δεν θεσπίσθηκε ως απόρροια συμφωνίας των παραγωγών ΑΠΕ με τις προταθείσες ρυθμίσεις, αλλά επεβλήθη κυριαρχικά σε αυτούς χωρίς, όπως οι ίδιοι επισημαίνουν, να προηγηθεί εκτενής ουσιαστική και τεχνοκρατικά στοιχειοθετημένη θεσμική διαβούλευση κ.ο.κ.

Το τελευταίο, αν και προφανώς ο επιστημονικά στοιχειοθετημένος δημόσιος διάλογος για τα μείζονα διακυβεύματα της ενεργειακής αγοράς δεν μπορεί να υποκαθιστά την θεσμική διαβούλευση με τους φορείς συλλογικής εκπροσώπησης των συμμετεχόντων σε αυτή, συνιστά και έναν βασικό εκ των αξόνων της προσδοκώμενης συνεισφοράς των «Ενεργειακών Διαλόγων» στα εγχώρια ενεργειακά δρώμενα: Τη δημιουργία δηλαδή ενός forum, στο πλαίσιο του οποίου ο τεχνοκρατικά στοιχειοθετημένος δημόσιος λόγος θα αντικαθιστά τον συνθηματολογικό δίδοντας έτσι και τα κατάλληλα θετικά ερεθίσματα ή και καθοδήγηση για τη διαμόρφωση των βέλτιστων πολιτικών και ρυθμιστικών παρεμβάσεων στην ελληνική ενεργειακή αγορά.

* Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης (http://www.energy-regulation.eu/el/) και Διευθύνων Εταίρος της Δικηγορικής Εταιρείας «Μεταξάς & Συνεργάτες». Τμήμα του εν λόγω κειμένου συνιστά αναδημοσίευση από άρθρο του γράφοντος στην Εφημερίδα «Κεφάλαιο», 1.11.2014.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM