Κ. Ζακυνθινός: Σε υποτονική ανάπτυξη οδεύει η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων
Προετοιμασμένη για μια περίοδο υποτονικής ανάπτυξης θα πρέπει να είναι η βιομηχανία άνθρακα, καθώς η παγκόσμια ζήτηση θα κορυφωθεί ουσιαστικά τα αμέσως επόμενα χρόνια. Οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (International Energy Agency), όπως αυτές καταγράφονται σε νέα έκθεσή του, κάνουν λόγο για ανάπτυξη κατά μέσο όρο στο 0,6% μεταξύ 2015 και 2021 στην κατανάλωση άνθρακα, καθώς οι αναπτυγμένες χώρες συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη συγκεκριμένη πηγή ενέργειας και η κινεζική κατανάλωση αγγίζει σταδιακά το «ταβάνι» της.
Τα παραπάνω αναμένεται να αντισταθμίσουν την αυξανόμενη ζήτηση από τα αναπτυσσόμενα κράτη και κυρίως από την Ινδία και την νοτιοανατολική Ασία. Μάλιστα, όπως σχολιάζει ο Keisuke Sadamori, επικεφαλής στην IEA για τις αγορές ενέργειας και την ασφάλεια «Η ζήτηση για άνθρακα μετατοπίζεται στην Ασία, όπου οι αναπτυσσόμενες οικονομίες με αυξανόμενους πληθυσμούς αναζητούν οικονομικές και ασφαλείς πηγές ενέργειας για να τροφοδοτήσουν τις οικονομίες τους».
Η πρόβλεψη της ΙΕΑ έρχεται σε μια δύσκολη περίοδο για τους παραγωγούς άνθρακα. Το 2015, η παγκόσμια ζήτηση για πετρέλαιο υποχώρησε για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Πολλές εταιρείες έχουν πτωχεύσει, καθώς στον κόσμο υπάρχει περισσότερη προσφορά άνθρακα απ’ ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί, υπογραμμίζει το CNBC.
Η IEA αναμένει μια ανάκαμψη κάθε άλλο παρά εντυπωσιακή: προβλέπει πως η κατανάλωση άνθρακα το 2021 θα αγγίξει τους 5,63 δισ. τόνους ισοδύναμου άνθρακα, δηλαδή μόλις άνω των επιπέδων του 2014.
Κατά την άποψη του σώματος, οι κινητήριες δυνάμεις που οδηγούν τη βουτιά στον άνθρακα θα ενισχυθούν: η αυξανόμενη χρήση φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, η υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος, θα ελαττώσουν την όρεξη για άνθρακα στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα αναπτυγμένα κράτη.
Τις επιπτώσεις για τον ενεργειακό κλάδο σκιαγραφήσει και η ειδική έκδοση «World Energy Outlook (WEO) special briefing» του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), επισημαίνοντας πως πάνω από 150 χώρες -που αντιπροσωπεύουν το 90% της παγκόσμιας οικονομίας και σχεδόν το 90% των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου παγκοσμίως- υπέβαλαν δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών.
Όπως αναφέρεται στην ειδική έκδοση του IEA, όλες οι προτάσεις των χωρών λαμβάνουν υπόψη τις εκπομπές του ενεργειακού τομέα, ενώ πολλές περιλαμβάνουν συγκεκριμένους στόχους ή δράσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ο διεθνής οργανισμός εκτιμά ότι αν οι δεσμεύσεις αυτές υλοποιηθούν, τότε οι χώρες που σήμερα είναι υπεύθυνες για πάνω από το 50% της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας θα δουν στασιμότητα ή και μείωση στις εκπομπές τους ως το 2030.
Ενεργειακή ένταση
Η παγκόσμια ενεργειακή ένταση, ένα μέτρο της ενεργειακής χρήσης ανά μονάδα οικονομικής παραγωγής, θα βελτιωθεί ως το 2030, με ρυθμό σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από αυτόν που παρατηρείται από το 2000. Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, τη μεγαλύτερη ενεργειακή πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το 70% της επιπλέον παραγωγής ως το 2030 θα προέρχεται από τη δραστηριότητα με χαμηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα. Έτσι, οι εκπομπές του τομέα αυτού θα σταθεροποιηθούν περίπου στα σημερινά επίπεδα, απαλλάσσοντας έτσι την αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρισμού από την αύξηση των εκπομπών.
Η πλήρης εφαρμογή των παραπάνω δεσμεύσεων, εξάλλου, θα απαιτήσει επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας και στις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών ύψους 13,5 τρισ. δολ. από το 2015 ως το 2030, περίπου δηλ. 840 δισ. το χρόνο. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές, οι δεσμεύσεις αυτές, τονίζει ο ΙΕΑ, υπολείπονται του βασικού στόχου για την επίτευξη του στόχου της συγκράτησης της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα επίπεδα της προβιομηχανικής εποχής.
Ηλιακοί συλλέκτες
Οι ηλιακοί συλλέκτες απαιτούν ενέργεια από ορυκτά καύσιμα για την κατασκευή και τη μεταφορά τους, πριν αρχίσουν την παραγωγή καθαρής ενέργειας. Συνεπώς, ενώ η ενέργεια που παράγεται από τους ηλιακούς συλλέκτες βοηθά να μειώσουμε την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα, οι συλλέκτες εξακολουθούν να φέρουν το χρέος των ορυκτών καυσίμων, που αντισταθμίζεται μόνο όταν η καθαρή ενέργεια που παράγεται είναι μεγαλύτερη από την ενέργεια που καταναλώθηκε για την κατασκευή τους.
Τώρα, νέα μελέτη Ολλανδών ερευνητών αποκαλύπτει ότι χάρη στην αυξανόμενη ηλιακή ισχύ σε όλο τον κόσμο, η ηλιακή ενέργεια έχει πλέον «εξοφλήσει» το ενεργειακό της χρέος. Συγκεκριμένα, η ενέργεια που παράγεται από τα φωτοβολταϊκά πάνελ τα τελευταία 40 χρόνια έχει αντισταθμίσει την ρυπογόνο παραγωγή ενέργειας που απαίτησε η κατασκευή τους.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ερευνητών, για κάθε διπλασιασμό της παγκόσμιας ηλιακής ηλεκτρικής ισχύος, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τους μειώθηκε κατά 12-13%, και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μειώθηκαν κατά 17-24%, ανάλογα με το τι υλικό χρησιμοποιήθηκε. Το ηλιακό δυναμικό έχει αυξηθεί περίπου 45% ετησίως από το 1975, φτάνοντας τα 230 γιγαβάτ το 2015. Μέχρι το τέλος του 2016, είναι πιθανό να φτάσουμε τα 300 γιγαβάτ εγκατεστημένης ισχύος.
Η εγκατεστημένη ηλιακή ισχύς έχει αυξηθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια χάρις στη σημαντική πτώση των τιμών. Η μελέτη υπολογίζει περίπου 20% μείωση στο κόστος για κάθε διπλασιασμό της παραγωγικής ικανότητας από το 1975.
Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η αντιστάθμιση της ενέργειας πιθανότατα συνέβη περίπου πριν από πέντε χρόνια, τόσο για την ενέργεια που καταναλώθηκε όσο και για τις εκπομπές που παράχθηκαν και πλέον η παγκόσμια ηλιακή ενέργεια έχει καθαρά θετικό αντίκτυπο, που θα συνεχίσει να αυξάνεται.
(Ημερησία)