Το αέριο ξαναζεσταίνει τις ρωσοϊρανικές σχέσεις
Στα τέλη Ιανουαρίου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν συναντήθηκε με τον Ιρανό ΥΠΕΞ Μοχάμαντ Ζαρίφ στο Κρεμλίνο, σε μια σειρά επαφών που θα οδηγήσει και στη συνάντηση σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στη Νέα Υόρκη, στα τέλη Φεβρουαρίου.
Αναφερόμενος στη συνάντηση, ο νέος πρόεδρος του Ιράν Χασάν Ρουχάνι επισήμανε ότι σε επίπεδο διεθνών σχέσεων θα υπάρξει μια νέα δυναμική στις ιρανορωσικές σχέσεις, παράλληλα με τη διαφαινόμενη βούληση της χώρας να βελτιώσει τις διπλωματικές σχέσεις και με άμεσους γείτονες. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μόσχα κατέχει ειδική θέση στην περιφερειακή και διεθνή στρατηγική της Τεχεράνης.
Κάτι τέτοιο είχε διαφανεί άλλωστε και από το κλίμα που είχε διαμορφωθεί ανάμεσα στις δύο χώρες στη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης (SCO) στο Μπίσνεκ του Κιργιστάν, τον Σεπτέμβριο του 2013, όπου σχεδιάστηκε γύρος επισκέψεων του Ρώσου προέδρου στο Ιράν για την περαιτέρω προαγωγή των διμερών σχέσεων.
Εκεί οι ηγέτες Κίνας, Ρωσίας, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν, Ιράν και Μογγολίας, όπως και εκπρόσωποι των Ινδίας και Πακιστάν, που διατηρούν καθεστώς παρατηρητή, διατύπωσαν τις επίσημες θέσεις τους για μια σειρά γεωπολιτικών ζητημάτων, οι κοινές θέσεις των οποίων αποτυπώθηκαν στη Διακήρυξη του Μπίσνεκ, μεταξύ των οποίων θέματα χρήσης πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς.
Το ιστορικό
Για να καταλάβουμε καλύτερα όμως αυτές τις τάσεις επαναπροσέγγισης, είναι σημαντικό να δούμε τα κίνητρα πίσω από αυτήν. Τόσο το Ιράν όσο και η Ρωσία έχουν μακρύ παρελθόν τόσο αντιπαλότητας όσο και περιστασιακής συνεργασίας. Από την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης, το Ιράν δεν υπήρξε ποτέ προνομιακός εταίρος ή στενός σύμμαχος, ενώ ούτε το ίδιο ανέπτυξε μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης με τη Μόσχα, ωστόσο τα κοινά συμφέροντα στην περιοχή, η γεωγραφική εγγύτητα και η γεωπολιτική τής ενέργειας έχουν συνδέσει τα κράτη σε ζητήματα τόσο στρατηγικά όσο και περιφερειακού ενδιαφέροντος.
Σημαντικό όμως παραμένει το κεντρικό ζήτημα και για τους δύο όσον αφορά το πώς τοποθετούνται έναντι των διεθνών και περιφερειακών παικτών, καθώς -ενώ ήταν προς το κοινό τους συμφέρον η εξισορρόπηση της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή της Κασπίας- ο μεταξύ τους ανταγωνισμός εμπόδισε πολιτικές συνεργασίες, ουσιαστικά υπονομεύοντας τα συμφέροντα και των δύο. Στο Ιράν, ενώ υφίστανται οι διεθνείς κυρώσεις, αυτό γίνεται εμφανές και στον ενεργειακό τομέα, καθώς -σε αντίθεση με το γειτονικό Ιράκ, όπου μεγάλες ενεργειακές και κατασκευαστικές εταιρείες είναι ενεργές- η συμμετοχή της Μόσχας στη χώρα περιορίζεται στην κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου στο Μπούσερ.
Το GECF
Ως αποτέλεσμα της ανάγκης συντονισμένης συνεργασίας, Τεχεράνη και Μόσχα από το 2001 πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του Φόρουμ Χωρών Εξαγωγής Αερίου (GECF), το οποίο -με κύρος ομότιμο πλέον του OPEC- συντονίζει τις δραστηριότητες των χωρών-παραγωγών φυσικού αερίου. Ο σκοπός του φόρουμ είναι η υποστήριξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων και η συνέργεια των κρατών-μελών του, ώστε να διαχειρίζονται και να σχεδιάζουν την αποτελεσματική ανάπτυξη, χρήση και διατήρηση των πηγών φυσικού αερίου προς όφελος των λαών τους.
Με γενικό γραμματέα τον Ιρανό Μοχάμαντ Αντελί, μένει να δούμε εάν ο οργανισμός αυτός μπορεί να βελτιώσει τη συνεργασία των δύο χωρών. Η δυναμική του έγκειται στο γεγονός ότι εκπροσωπεί κράτη με τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου, τα οποία αναλογούν στο 62% των αποδεδειγμένων φυσικών δεξαμενών διεθνώς. Αυτό τού εξασφαλίζει μια ισχυρή θέση στη διεθνή αγορά αερίου και τον κατατάσσει ψηλά σε ό,τι αφορά διεθνείς ενεργειακούς οργανισμούς.
Επιπλέον, η Τεχεράνη βλέπει μια πιο στενή συνεργασία με τη Μόσχα, στην προσπάθεια να καταστεί ένας μεγάλος ενεργειακός και διαμετακομιστικός κόμβος πετρελαίου και φυσικού αερίου ανάμεσα στους παραγωγούς της Κασπίας στο Βορρά και τις αγορές Ασίας-Ειρηνικού στο Νότο. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πιθανό το Ιράν να συνεχίσει τη συνεργασία του στον τομέα των πυρηνικών εργοστασιών με τη Ρωσία, ενώ η Μόσχα να προωθήσει τις ενεργειακές εταιρείες της στην ιρανική αγορά εν τη απουσία ανταγωνισμού από τη Δύση και δεδομένης της σταδιακής απεμπλοκής (μερικής έστω) του ιρανικού κράτους από την εκμετάλλευση και παραγωγή υδρογονανθράκων.
Διμερή αγκάθια
Παρ' όλ' αυτά, σημαντικός παράγοντας που θα παίξει ρόλο στη μελλοντική διατήρηση της δυναμικής των διμερών σχέσεων παραμένει η πολιτική των διεθνών κυρώσεων, αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Το αγκάθι που χρειάζεται να ξεπεραστεί είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που καλλιεργήθηκε λόγω της τελικής συμπόρευσης της Ρωσίας με τα κράτη της Δύσης στην επιβολή και διατήρηση των κυρώσεων έναντι του Ιράν, το οποίο αισθάνθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε κατά την πυρηνική κρίση, προκειμένου να αποσπάσει η Μόσχα οφέλη, τόσο από το ίδιο όσο και από τις δυτικές χώρες, παρουσιαζόμενη άλλοτε ως αρωγός της Τεχεράνης και άλλοτε ως διαμεσολαβητής με τη Δύση (Ρ5+1 είναι το γκρουπ των πέντε μεγάλων δυνάμεων-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συν τη Γερμανία, που ανέλαβε διπλωματικές προσπάθειες αναφορικά με τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος).
Είναι ακόμη νωρίς να χαρακτηρίσουμε τη νέα φάση των σχέσεων των δύο χωρών καιροσκοπική ή γεωπολιτική. Σίγουρα πάντως είναι ρεαλιστική, έχει ως βασικό μοχλό τα μείζονα ενεργειακά ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος και μπορεί να καταστεί ακόμη πιο βαθιά σε στρατηγικό επίπεδο. Τόσο για τη Ρωσία όσο και για το Ιράν, ένα ασφαλές ενεργειακό μέλλον σημαίνει διεύρυνση της πρόσβασης σε νέες ενεργειακές πηγές και αγορές.
* Ο Γιάννης Πετρόπουλος είναι Υπ. Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου, Ενεργειακή Πολιτική και Διπλωματία
(Ελευθεροτυπία, 23/2/2014)