Νέο μείγμα και διαρθρωτικές αλλαγές εάν θέλουμε ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας

Νέο μείγμα και διαρθρωτικές αλλαγές εάν θέλουμε ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας

Νέο μείγμα και διαρθρωτικές αλλαγές εάν θέλουμε ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας
17 01 2014 | 08:22

του Αντώνη Κοντολέοντος

Η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) έχει υποστηρίξει με τεκμηριωμένες αναλύσεις -σε όλους τους τόνους και προς όλες τις κατευθύνσεις- ότι οι στρεβλώσεις στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου καταδικάζουν τις βιομηχανίες εντάσεως ενέργειας σε αφανισμό. Στο ίδιο αποτέλεσμα εκτιμούμε ότι οδηγεί και η μη αναθεώρηση της θεσπισμένης επί υπουργίας Τ. Μπιρμπίλη πολιτικής για το μείγμα καυσίμου στα πλαίσιο του στόχου 20-20-20. Η πολιτική αυτή το σίγουρο αποτέλεσμα που θα επιφέρει θα είναι η απομάκρυνση των παραγωγικών επενδύσεων από την  χώρα.

Δυστυχώς τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και το 2013: ενώ δεν ελήφθησαν μέτρα για να αποκτήσει η βιομηχανία ανταγωνιστικό κόστος  ηλεκτρικής ενέργειας συγκριτικά με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της , το κόστος  ηλεκτρικής ενέργειας  αυξήθηκε σημαντικά και για τον απλό καταναλωτή, με τα οφέλη να κατευθύνονται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Ποιοι είναι όμως οι βασικοί λόγοι αύξησης του κόστους ενέργειας και ποια επίπτωση θα έχουν τόσο για τον απλό καταναλωτή όσο και για την βιομηχανία;

Η απάντηση έρχεται μέσα από την καθημερινότητα των αριθμών της αγοράς ηλεκτρισμού: η  συνέχιση της ίδιας αδιέξοδης πολιτικής της «πράσινης φούσκας» και η αδυναμία - αδράνεια   να ελεγχθεί   η έκρηξη του  κόστους υποστήριξης της ανάπτυξης των  Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) οδήγησε σε αύξηση του κόστους μόνο μέσα στο 2013  κατά 1 δισ. ευρώ. Αυτό πρακτικά σημαίνει  - μετά και την πρόσφατη απόφαση της ΡΑΕ - ότι εάν το Υπουργείο δεν προχωρήσει σε αποτελεσματικό  κούρεμα των αμοιβών των Φ/Β ο απλός καταναλωτής θα πρέπει να πληρώνει για τα επόμενα 20χρόνια 38,61Ευρώ/MWh για τέλος ΑΠΕ(ΕΤΜΕΑΡ). Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο το αίτημα για εξίσωση από το ΥΠΕΚΑ των ρυθμιστικών χρεώσεων των μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών της Μέσης Τάσης, που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της Ελληνικής οικονομίας, με τις χρεώσεις της Υψηλής Τάσης.

Ακόμη και εάν δεχθούμε  ότι το κόστος του ΕΤΜΕΑΡ (τέλος ΑΠΕ)  είναι πλασματικά υψηλό λόγω της δήθεν επιδότησης των θερμικών μονάδων, το κόστος στήριξης των ΑΠΕ μέσω των εγγυημένων τιμών  παραμένει 2 δισ. ευρώ. Και βέβαια δεν έχει καμία διαφορά για τον καταναλωτή  εάν τα 2 δισ θα πληρωθούν  μέσω του ΕΤΜΕΑΡ ή μέσω της χρέωσης των δικαιωμάτων CO2  ή μέσω της ανταγωνιστικής τιμής στο τιμολόγιο. Ακόμη και εάν το ΕΤΜΕΑΡ μηδενιστεί το κόστος παραμένει και πρέπει κάθε χρόνο να πληρώνεται από τους καταναλωτές άμεσα ή έμμεσα.

Το δε επιχείρημα ότι η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ μειώνει τις τιμές στην  χονδρεμπορική αγορά δυστυχώς δεν επαληθεύτηκε το 2013, όταν η αύξηση της παραγωγής των ΑΠΕ μείωσε ισόποσα την λιγνιτική παραγωγή αντί να μειώσει την παραγωγή από το ακριβό εισαγόμενο φυσικό αέριο, όπως συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη, με χαμένη ευκαιρία να μειώσουμε το κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς κατά  200 εκατ. ευρώ (τα οποία δαπανήθηκαν για να αγοράσουμε φυσικό αέριο).

Κάποιοι διερωτώνται: Η Ευρώπη επιτυγχάνει σημαντική  ανάπτυξη των ΑΠΕ γιατί όχι και η  Ελλάδα; Το ερώτημα είναι ατυχές καθώς  στην Ευρώπη ο καταναλωτής έχει την δυνατότητα να πληρώνει 280Ευρώ/ΜWH  για το ρεύμα και να στηρίζει την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Στην Ελλάδα να θυμίσουμε ότι οι οφειλές των οικιακών καταναλωτών φτάνουν το 1 δις ευρώ χωρίς να υπολογίσουμε το Κοινωνικό τιμολόγιο. Και σε κάθε περίπτωση στην Ευρώπη δεν υπάρχουν στρεβλώσεις: ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση παρατηρούνται μηδενικές, ακόμη  και αρνητικές τιμές στην χονδρεμπορική αγορά. Στην Ελλάδα  αντίθετα συνεχίζονται οι στρεβλώσεις με αποτέλεσμα σε περιόδους υπερπροσφοράς αντί να φεύγουν από το σύστημα οι ακριβότερες μονάδες, ο διαχειριστής δίνει εντολή μείωσης  της ισχύος των φθηνότερων λιγνιτικών μονάδων, προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν στα τεχνικά ελάχιστα οι μονάδες αερίου που θα εξυπηρετήσουν την απογευματινή αιχμή.

Και αυτό είναι το φανερό κόστος που προκαλούν οι ΑΠΕ. Στα  παραπάνω νούμερα πρέπει να συνυπολογίσουμε το υψηλότατο κόστος αποζημίωσης των  μονάδων παραγωγής από φυσικό αέριο που θα αντισταθμίσουν τις όποιες διακυμάνσεις στην παραγωγή από ΑΠΕ. Φυσικά αναφερόμαστε στην  απόφαση της ΡΑΕ για την αναδιάρθρωση της αγοράς τον περασμένο Ιούλιο που απλά μοίρασε την πίτα μεταξύ ΔΕΗ και ανεξάρτητων παραγωγών και  διατήρησε   σημαντικές στρεβλώσεις  της αγοράς (απαγόρευση διμερών συμβάσεων, μη δημιουργία  αγοράς εφεδρείας). Βάσει αυτής της απόφασης  το κόστος των αμοιβών διαθεσιμότητας των παραγωγών φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 120 εκατ. ευρώ φθάνοντας το κόστος των ΑΔΙ  στα 560 εκατ. ευρώ ετησίως.

Και ερχόμαστε στις πρωτοβουλίες για την εξυγίανση του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ του ΛΑΓΗΕ και το περίφημο new deal. Όσοι συμφωνούν με το κούρεμα υποστηρίζουν  ότι έτσι  θα εξυγιανθεί  η αγορά των ΑΠΕ από το υψηλό κόστος των φωτοβολταϊκών και επομένως μπορεί να συνεχιστεί η ανάπτυξη των άλλων ΑΠΕ, ώστε να φτάσουμε ή ακόμη και να ξεπεράσουμε τον στόχο του 40 % της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ.

Ωστόσο περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, χωρίς την λήψη διαρθρωτικών μέτρων  ώστε η αύξηση της «πράσινης» παραγωγής να μην μειώνει τους λιγνίτες αλλά να μειώνει την παραγωγή από φυσικό αέριο θα είναι καταστροφική  για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Σε αυτήν την κατεύθυνση μορφές ΑΠΕ που συνοδεύονται  από   αποθήκευση της παραγόμενης ενέργειας π.χ με έργα αντλησιοταμίευσης είναι όχι απλά αποδεκτές αλλά ίσως και αναγκαίες.

Σε κάθε περίπτωση απαιτείται από το Υπουργείο να γίνει εμπεριστατωμένη μελέτη για τις επιπτώσεις που θα έχει στην Ελληνική Οικονομία περαιτέρω αύξηση της παραγωγής των ΑΠΕ και διατήρησης του υφιστάμενου πλάνου για το μείγμα καυσίμου. Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να πορευόμαστε την ίδια πορεία όταν αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι οδηγούμαστε σε λάθος κατεύθυνση. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν υπάρχει άλλο χρονικό περιθώριο για συνέχιση της ίδιας λάθους πολιτικής.

Είναι όμως μόνο οι ΑΠΕ; Τι γίνεται με τα τιμολόγια της ΔΕΗ και ποιες δυνατότητες υπάρχουν για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας από το δεσπόζοντα προμηθευτή;

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται το φαινόμενο, η ΔΕΗ να αρνείται να εξορθολογήσει τα βιομηχανικά τιμολόγια, διαπραγματευόμενη εξατομικευμένα τιμολόγια βάσει του ιδιαίτερου προφίλ λειτουργίας και του όγκου κατανάλωσης της κάθε βιομηχανίας. Διεκδικεί να χρεώσει τον βιομηχανικό καταναλωτή με το μέσο κόστος της. 

Ακόμη και μετά την  κατάργηση του κανόνα 30% από 1/1/14 παρατηρείται  κάθε νύχτα  μείωση της παραγόμενης ισχύος των λιγνιτικών κατά τουλάχιστον 500MW ,λόγω της σημαντικής μείωσης της ζήτησης κατά τις νυχτερινές ώρες. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι η είσοδος σημαντικών φορτίων την νύχτα όπως των χαλυβουργείων στηρίζει την λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων και θα έπρεπε να πριμοδοτούνται παρόμοια προφίλ λειτουργίας.

Η ΔΕΗ εκμεταλλεύεται την    αποκλειστική της πρόσβαση  στους φθηνούς εθνικούς πόρους και την έλλειψη ανταγωνισμού και δεν επιδιώκει να αυξήσει την λιγνιτική της παραγωγή ούτε να βελτιώσει την αποδοτικότητα της σαν οργανισμό αλλά  αρκείται να ανακτά υπεραξίες από την χονδρεμπορική αγορά και να εισπράττει τα αδικαιολόγητα υψηλά ΑΔΙ.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα, όταν την ίδια στιγμή στην Ε.Ε. οι κυβερνήσεις  συνεχίζουν να λαμβάνουν νέα μέτρα στήριξης των βιομηχανιών τους ενισχύοντας την οικονομία και την απασχόληση στις χώρες τους. Ενδεικτικό της σημασίας που δίδεται είναι ότι το θέμα επαναπροσδιορισμού της βιομηχανικής Ευρωπαϊκής πολιτικής βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας στην συνάντηση κορυφής τον Μάρτιο με κεντρικό ζητούμενο να επιτευχθεί το 2020 ο στόχος συμμετοχής της βιομηχανίας στο ΑΕΠ  20%.

Για την βιομηχανία και τον απλό εργαζόμενο παραμένει το σκληρό  ερώτημα. Θα προλάβει η Ελληνική κυβέρνηση  να εφαρμόσει τα  μέτρα που έχει αποφασίσει για να αποκτήσουν οι βιομηχανίες ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας   ή θα είναι πολύ αργά  για τους εργαζόμενους και για την ελληνική οικονομία;

* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι μέλος Δ.Σ. της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας

(capital.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM