Η αιθαλομίχλη και ο... πατριωτισμός των Αθηναίων
Πολλά τζάκια και ξυλόσομπες άναψαν πέρυσι. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη μείωση των οικονομικών απολαβών και το τσουχτερό κρύο του περσινού χειμώνα οδήγησαν πολλούς στη χρήση τους ως εναλλακτικών και οικονομικών μέσων θέρμανσης. Τα ξύλα κάθε είδους μπήκαν στη ζεστή αγκαλιά της φλόγας προκαλώντας όμως και ένα αποπνικτικό και επικίνδυνο ορισμένες φορές μείγμα νέφους καθώς αυξήθηκαν τα ποσοστά της αιθαλομίχλης στον αττικό ουρανό.
Για την αποφυγή λοιπόν επανάληψης της περυσινής κατάστασης και τον εφετινό χειμώνα το υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προχώρησε στην έκδοση απόφασης σύμφωνα με την οποία καθορίζονται «τα επίπεδα συγκέντρωσης αιωρούμενων σωματιδίων πάνω από τα οποία πρέπει να λαμβάνονται μέτρα, ενώ θεσπίζεται και η δεξαμενή μέτρων που μπορεί κάθε φορά να λαμβάνονται».
Συστάσεις και νουθεσίες
Βέβαια, απτά μέτρα δεν ελήφθησαν, με το υπουργείο να προχωρεί απλώς σε συστάσεις και νουθεσίες προς τους πολίτες για την «αποφυγή χρήσης των τζακιών», διευκρινίζοντας ότι «η πρόβλεψη για διακοπή της χρήσης τους και η σύσταση για χρήση εναλλακτικών καυσίμων και πηγών θέρμανσης αφορά ακραίες περιπτώσεις εμφάνισης ιδιαίτερα υψηλών συγκεντρώσεων (με βάση την περσινή εμπειρία, μία-δύο φορές) και αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα άλλα προληπτικά μέτρα».
Στην πραγματικότητα το υπουργείο ρίχνει το μπαλάκι για την αντιμετώπιση της αιθαλομίχλης στους ίδιους τους πολίτες, καθώς όπως αναφέρει «οι περαιτέρω προσπάθειες εστιάζονται σε στοχευόμενες δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού».
«Οσοι δηλαδή δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να αγοράσουν πετρέλαιο ή ξύλα και αναγκάζονται να καίνε ό,τι βρουν, παλέτες, πόρτες κτλ., δεν θα μπορούν να ζεσταθούν τις μία-δύο ημέρες που η θερμοκρασία θα είναι χαμηλή;» απορεί η κυρία Ελενα Εργαζάκη, εξηγώντας πως «αυτό το πακέτο ρυθμίσεων λειτουργεί σαν φόβητρο προς τους πολίτες, όταν οι ίδιοι οι αρμόδιοι δεν γνωρίζουν τι ουσιαστικά μέτρα πρέπει να λάβουν».
«Δηλαδή θα παρατηρούν τις καμινάδες και για όποια εκπέμπει περισσότερο καπνό θα μπαίνουν αναγκαστικά στο διαμέρισμα για να κάνουν συστάσεις; Αυτά είναι παράνομα, χρειάζεται εισαγγελική παρέμβαση για να γίνει» αναφέρει η κυρία Εργαζάκη τονίζοντας ότι «ρίχνουν το μπαλάκι σε εμάς, τους πολίτες, για να ευαισθητοποιηθούμε, χωρίς να κάνουν κάτι για να βοηθήσουν τον κόσμο, όπως να μειώσουν την τιμή του πετρελαίου».
Είναι γεγονός ότι η χρήση των τζακιών αυξήθηκε το περασμένο έτος, φαινόμενο το οποίο θα συνεχισθεί και εφέτος. «Εμείς πάντως χρησιμοποιούμε το τζάκι κάθε χρόνο από το 1991, αλλά φροντίζουμε ώστε να το καθαρίζουμε κάθε χρόνο και να μη χρησιμοποιούμε οποιοδήποτε ξύλο αλλά ελιά» αναφέρει στο «Βήμα» η κυρία Εργαζάκη για τη συντήρηση που γίνεται και εκθέτει τον προβληματισμό ότι «υπάρχει μια μερίδα του πληθυσμού που δεν έχει αυτή την οικονομική ευχέρεια. Σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης όλα φαίνεται ότι είναι νόμιμα».
Φροντίδα και καθαρισμός
Ενα από τα πιο βασικά μέτρα τα οποία πρέπει να λάβουν οι πολίτες για την αντιμετώπιση της αιθαλομίχλης είναι βέβαια ο καθαρισμός των τζακιών τους, βέβαια πολλοί αναρωτιούνται αν η συγκεκριμένη διαδικασία απαιτεί αρκετά χρήματα. Οπως αναφέρει στο «Βήμα» ο κ. Αλέξανδρος Μπάρδης, καθαριστής καπνοδόχων, «οι καθαρισμοί τζακιών και καπνοδόχων κυμαίνονται στα 35 - 40 ευρώ, ποσό το οποίο ενδέχεται να αυξηθεί ανάλογα με τον τύπο του τζακιού και τον χρόνο που απαιτεί ο καθαρισμός του».
Πότε όμως το τζάκι εκπέμπει περισσότερα ποσοστά τοξικά αέρια; «Οταν λειτουργεί σωστά, τότε δεν καίει και πολύ, με αποτέλεσμα και να ζεσταίνει το σπίτι αλλά και να μην εκπέμπονται τοξικά σωματίδια στην ατμόσφαιρα» επισημαίνει ο κ. Μπάρδης εξηγώντας ότι εκτός από την ορθή χρήση του οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να φροντίζουν για τον σωστό καθαρισμό τους μία φορά τον χρόνο ή στην καλύτερη των περιπτώσεων μία φορά κάθε δύο χρόνια.
«Τον καθαρισμό, όποτε και αν τον κάνεις, είτε τον Μάρτιο είτε τον Οκτώβριο, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα πρέπει να γίνεται ανάλογα με τη χρήση που έχει γίνει και τα ξύλα που χρησιμοποιεί κανείς, όπως, παραδείγματος χάριν, δεν θα πρέπει να είναι βρεγμένα, διότι δεν αποδίδουν ανάλογα» καταλήγει ο κ. Μπάρδης.
Από ό,τι φαίνεται, ο τομέας του καθαρισμού τζακιών έχει αποκτήσει με τη σειρά του μεγάλη αύξηση, όπως εξηγεί ο κ. Μπάρδης. «Εχει ανοίξει το επάγγελμά μας, πολλοί υπάλληλοι καθαριστών έχουν ανοίξει το δικό τους συνεργείο, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει ζήτηση».
(HeliosPlus, 7/11/2013, tovima.gr)