Αυξήσεις στα πράσινα τιμολόγια φέρνει ο Σεπτέμβριος - Οι αντοχές των παρόχων και η στρατηγική της ΔΕΗ - Νέα παρέμβαση ΥΠΕΝ την Παρασκευή στην Task Force για το φυσικό αέριο
Αυξήσεις μικρότερες ή μεγαλύτερες, ανάλογα με τις αντοχές και τη στρατηγική του κάθε παρόχου, θα περιλαμβάνουν οι σημερινές ανακοινώσεις των προμηθευτών για τα πράσινα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου, μετά και τη σημαντική άνοδο 21% με την οποία έκλεισε η αγορά χονδρικής τον Αύγουστο.
Στο μέτωπο των μεγάλων παικτών οι αυξήσεις εκτιμάται ότι θα είναι λελογισμένες, ενώ με ενδιαφέρον αναμένεται η στρατηγική που θα ακολουθήσει η ΔΕΗ και κατά πόσο θα επαληθευτούν οι χθεσινές πληροφορίες ότι οι σημερινές της ανακοινώσεις δεν θα περιορίζονται μόνο σε λελογισμένες ανατιμήσεις, αλλά θα περιλαμβάνουν ενδεχομένως και νέα προϊόντα με ανταγωνιστικές τιμές.
Στη μεγάλη εικόνα, το πιθανότερο σενάριο είναι ότι η συγκεκριμένη κατηγορία θα εμφανίσει ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα μεταξύ των μεγάλων καθετοποιημένων ομίλων που έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν μέρος των αυξήσεων της χονδρικής, ακόμη και αν αυτή κινείται ανοδικά για δύο συνεχόμενους μήνες, και των μικρότερων παρόχων που έχουν εξαντλήσει τα όποια περιθώρια είχαν μέσα στο καλοκαίρι.
Την ίδια ώρα, στο επίκεντρο επανέρχεται το κόστος του φυσικού αερίου. Στο φόντο της χθεσινής ανόδου των συμβολαίων Οκτωβρίου πάνω από τα 70 ευρώ/MWh, που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023 και συνιστά αύξηση 119% από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος στο Περσικό (σσ: ήταν στα 32 ευρώ), η Ελλάδα ετοιμάζει σύμφωνα με τις πληροφορίες νέα παρέμβαση στην Κομισιόν, θέτοντας ξανά ζήτημα αλλαγής του Κανονισμού για την πληρότητα των αποθηκών ενόψει χειμώνα.
Η κεντρική γραμμή του ΥΠΕΝ, όπως θα διατυπωθεί στη Task Force τη Παρασκευή, θα είναι ότι ο στόχος του 90% θεωρείται ξεπερασμένος, καθώς δεν κάνει τίποτα περισσότερο παρά να ανατροφοδοτεί το κύμα ανατιμήσεων.
Αν και η τιμή αυτή του αερίου δεν έχει αποτυπωθεί στις τιμές χονδρικής του Αυγούστου και θα καταγραφεί, εφόσον διατηρηθεί ψηλά, τους επόμενους μήνες, εντούτοις οι νέες ανταλλαγές χτυπημάτων ΗΠΑ-Ιράν, μαζί με τις χθεσινές προειδοποιήσεις Τραμπ, τροφοδοτούν όχι μόνο νέες ανησυχίες για περαιτέρω καθυστέρηση στις εξαγωγές LNG από τον Περσικό, αλλά και τη πανταχού παρούσα κερδοσκοπία στις αγορές.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και με πάνω από 3 εκατομμύρια νοικοκυριά να παραμένουν στα μακράν ακριβότερα πράσινα τιμολόγια, οι πάροχοι ανακοινώνουν σήμερα τις χρεώσεις τους για το Σεπτέμβριο, με το στοίχημα να είναι τι ποσοστό της αύξησης στη χονδρική, που τον Αύγουστο έκλεισε στα 133,4 ευρώ / Μεγαβατώρα - έναντι 110 ευρώ τον Ιούλιο και 93 ευρώ τον Ιούνιο - θα μετακυλίσουν στις τελικές τιμές.
“Οταν η χονδρική έχει ανέβει 40 ευρώ μέσα σε δύο μήνες, προφανώς και αυτό θα αποτυπωθεί στις τιμές λιανικής”, λέει άνθρωπος του χώρου.
Τον προηγούμενο μήνα ο μέσος όρος των μεγάλων παρόχων που ήταν και οι φθηνότεροι, είχε διαμορφωθεί στα 15 λεπτά / κιλοβατώρα, ωστόσο συνολικά η αγορά κατέγραψε μια μέση τιμή οριακά κάτω από τα 19 λεπτά στα πράσινα τιμολόγια, με αύξηση 8%.
Στην κυβέρνηση δεν συζητούν προς ώρας σενάρια επαναφοράς των επιδοτήσεων στο ρεύμα, θυμίζοντας ότι οι υψηλές πτήσεις της χονδρικής τον Αύγουστο ήταν απόρροια μιας δυσμενούς συγκυρίας σε όλη την Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη, την οποία πυροδότησαν η λειψυδρία στο Δούναβη και η μεγάλη μείωση της υδροηλεκτρικής και πυρηνικής παραγωγής παντού στην περιοχή, συμπαρασύροντας ακόμη και τη Δυτική Ευρώπη.
Η Γερμανία έκλεισε το μήνα με 127 ευρώ, η Γαλλία των πυρηνικών με 123 ευρώ, οι πάντα φθηνές Ισπανία και Πορτογαλία με 118 και 121 ευρώ αντίστοιχα, ενώ η Ιταλία “χτύπησε” σε κάποια από τις ζώνες της και 198 ευρώ, η Αυστρία 148 ευρώ και η Ουγγαρία 152 ευρώ, όπως δείχνει και ο παραπάνω χάρτης. Τιμές στη συντριπτική τους πλειοψηφία υψηλότερες της ελληνικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή ήταν χαμηλή.
Η εκτίμηση που μεταφέρουν κυβερνητικές πηγές είναι ότι η συγκεκριμένη κρίση αποκλιμακώνεται, όπως δείχνει και η επαναλειτουργία των πρώτων πυρηνικών αντιδραστήρων στην Ουγγαρία και άρα τον Σεπτέμβρη δεν θα δούμε παρόμοιες τιμές, παρ’ ότι ο μήνας κάνει σήμερα ποδαρικό με χονδρική στα 174,68 ευρώ / MWh.
Στα ίδια ή και υψηλότερα επίπεδα παίζουν για σήμερα οι τιμές σε όλη τη “διακεκαυμένη ζώνη”, από τη Βουλγαρία (174,59 ευρώ/ MWh), μέχρι τη Ρουμανία (174,59), την Ουγγαρία (176,74) και την Αυστρία (170,17).
Στον αντίποδα, αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι η πορεία του φυσικού αερίου, όχι μόνο η χθεσινή τιμή 70 ευρώ, όσο η συνολικότερη εικόνα αστάθειας, που τροφοδοτεί και σενάρια για 100 ευρώ / Μεγαβατώρα κατά το Δεκέμβριο, όπως οι προβλέψεις της Goldman Sachs.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του οίκου, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου πιθανότατα θα χρειαστεί να αυξηθούν πάνω από τα €100 τον Δεκέμβριο, προκειμένου η ήπειρος να αναπληρώσει τα αποθέματά της ενόψει χειμώνα και να έχει πιάσει ως την 1η Νοεμβρίου το στόχο για πληρότητα κατά 90%, έναντι των ιστορικά χαμηλών σήμερα επιπέδων (64,7%).
Νέα παρέμβαση της Ελλάδας για το φυσικό αέριο
Σε αυτό το κάδρο, η Ελλάδα αναμένεται σύμφωνα με τις πληροφορίες να θέσει ξανά στην Κομισιόν ζήτημα αλλαγής του Κανονισμού για την πληρότητα των αποθηκών φυσικού αερίου, τονίζοντας ότι ο στόχος του 90% είναι ξεπερασμένος.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές και σε συνέχεια της παρέμβασης του Ιουλίου, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, σε τηλεδιάσκεψη που θα έχει την Παρασκευή με τη Task Force της Κομισιόν, αναμένεται να επαναλάβει τη θέση ότι η υποχρέωση του 90% είναι παρωχημένη, καθώς παραβλέπει το γεγονός ότι από το 2021 και μετά, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ε.Ε. έχει πέσει κατά 20%, λόγω του εξηλεκτρισμού, της διείσδυσης των ΑΠΕ αλλά και της αποβιομηχάνισης.
Το ελληνικό σκεπτικό, είναι σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ότι η ΕΕ μπαίνει στο φθινόπωρο με ένα πολύ ακριβό φυσικό αέριο και με ένα επικίνδυνο κοκτέιλ παραγόντων, όπου όλος αυτός ο αγώνας δρόμου για μαζικές αγορές και αναπλήρωση των αποθεμάτων, δημιουργεί έδαφος για σπέκουλα, κερδοσκοπικά παιχνίδια και διατήρηση των τιμών τεχνητά ψηλά.
Στην πράξη, η ελληνική γραμμή θα κινηθεί στη λογική ότι η Ευρώπη έχει δύο επιλογές, είτε να πατήσει γκάζι φουλάρωντας τις αποθήκες και τροφοδοτώντας περαιτέρω το ανατιμητικό κλίμα, είτε να θέσει έναν χαμηλότερο στόχο, πχ 75%- 80%, ο οποίος να ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα της κατανάλωσης.

