ΣΒΠΕ: Οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού προϋπόθεση για ισχυρή ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών
Τι κερδίζει πραγματικά η Ευρώπη όταν η βιομηχανική παραγωγή μεταφέρεται εκτός των συνόρων της και αντικαθίσταται από εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται με διαφορετικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις και λιγότερο αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου;
Το ερώτημα αυτό συνοψίζει τον προβληματισμό που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια γύρω από τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού και το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Τα πρόσφατα ευρήματα μελέτης της Plastics Europe και οι δημόσιες παρεμβάσεις κορυφαίων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής μεταποίησης πλαστικών συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν συνοδεύεται από σταδιακή αποβιομηχάνιση της Ευρώπης και μεταφορά της παραγωγής σε Τρίτες Χώρες που δεν λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις επενδύουν σημαντικούς πόρους για να ανταποκριθούν στις ολοένα αυστηρότερες περιβαλλοντικές και νομοθετικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στον αντίποδα, καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που εισάγονται από Τρίτες Χώρες, χωρίς να είναι πάντοτε βέβαιο ότι παράγονται με τις ίδιες προδιαγραφές ή ότι υπόκεινται στους ίδιους μηχανισμούς ελέγχου.
«Απανθρακοποίηση μέσω αποβιομηχάνισης»
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται πλέον και σε επίσημα στοιχεία του κλάδου. Σύμφωνα με τη μελέτη της Plastics Europe, η συνολική παραγωγή πλαστικών στην Ευρώπη μειώθηκε από 62,3 εκατ. τόνους το 2018 σε 54,9 εκατ. τόνους το 2024, καταγράφοντας απώλειες σχεδόν 12% μέσα σε έξι χρόνια. Παράλληλα, ο ρυθμός ανάπτυξης της παραγωγής κυκλικών πλαστικών επιβραδύνθηκε από 13,6% το 2022 σε μόλις 1,2% το 2024, ενώ αυξάνεται η εξάρτηση της ευρωπαϊκής μεταποίησης από εισαγόμενες πρώτες ύλες και προϊόντα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η Plastics Europe προειδοποιεί πως η Ευρώπη κινδυνεύει να οδηγηθεί σε «απανθρακοποίηση μέσω αποβιομηχάνισης» (decarbonisation through deindustrialisation), εάν δεν αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της.
Για τα κράτη μέλη της Ε.Ε. η ανάπτυξη ενιαίου συστήματος ανακύκλωσης και αξιοποίησης των δευτερογενών πρώτων υλών, είναι αναγκαία ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, να περιοριστεί το κόστος μεταφοράς και επεξεργασίας και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στις εισαγωγές από την Κίνα και άλλες Τρίτες Χώρες.
Ανησυχία για τον αθέμιτο ανταγωνισμό Τρίτων Χωρών, ωστόσο, δεν εκφράζει μόνο η βιομηχανία πλαστικών. Το κορυφαίο στέλεχος της χημικής βιομηχανίας και πρόεδρος της εταιρείας INEOS, Sir Τζιμ Ράτκλιφ, έκανε πρόσφατα λόγο για ένα «σημείο καμπής» για τη χημική βιομηχανία της Ευρώπης, ζητώντας άμεσες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Για τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος, η αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού αποτελεί πλέον προϋπόθεση τόσο για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής παραγωγής όσο και για την επιτυχία της πράσινης μετάβασης. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Λένα Μπέλση, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΒΠΕ: «Το ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού για την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών είναι πάρα πολύ σοβαρό. Αν λάβουμε υπόψη μας δύο βασικούς παράγοντες:
α. ότι τεχνικά (στο εργαστήριο) δεν υπάρχει ο τρόπος να ανιχνεύσει κανείς εάν ένα πλαστικό προϊόν περιέχει πράγματι ένα ποσοστό δευτερογενούς πρώτης ύλης (π.χ. RPET),
β. ότι στη χώρα μας οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς,
καταλαβαίνουμε όλοι πως ελλοχεύει μεγάλος κίνδυνος "greenwashing" εισαγόμενων προϊόντων από Τρίτες Χώρες στις οποίες η ιχνηλασιμότητα των υλικών είναι δύσκολο να επιτευχθεί.
Ταυτόχρονα ελλοχεύει εξίσου μεγάλος κίνδυνος αθέμιτου ανταγωνισμού για τις εταιρείες μας οι οποίες επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και τεχνογνωσία για να ανταποκριθούν στο ολοένα και πιο αυστηρό κανονιστικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Για τον ΣΒΠΕ, το ζητούμενο δεν είναι περισσότεροι κανόνες, αλλά η συνεπής εφαρμογή των υφιστάμενων. Η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, η αξιόπιστη επαλήθευση των περιβαλλοντικών ισχυρισμών και η διασφάλιση πραγματικά ισότιμων όρων ανταγωνισμού αποτελούν, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, προϋπόθεση τόσο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όσο και για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
