Νομοθέτηση, Ενεργειακή Ρύθμιση και Δικαιοκρατικές Εγγυήσεις: Συζεύξεις και Προκλήσεις
Ως έχω και σε άλλα μου γραπτά επισημάνει, στο συνεχώς μετασχηματιζόμενο ρυθμιστικό πλαίσιο της ενέργειας, επηρεαζόμενο άμεσα και πλαισιούμενο από ενίοτε ραγδαίες γεωπολιτικές και χρηματοοικονομικές εξελίξεις, η διασφάλιση της τήρησης θεμελιωδών κανόνων δικαίου αποτελεί σημαντική ευθύνη και πρόκληση για τον νομοθέτη και τον Ρυθμιστή, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Για να επικεντρωθούμε στα εγχώρια, ο εθνικός νομοθέτης καλείται να αντιμετωπίσει σύνθετες και συχνά αντικρουόμενες προκλήσεις στην ενεργειακή ρύθμιση. Η ανάγκη για ενεργειακή αυτονομία και απεξάρτηση από εισαγωγές, καθώς και η επαπειλούμενη κλιματική σταθερότητα δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις, ιδίως και σε σχέση με τη δεδομένη αναγκαιότητα αυξημένης διείσδυσης των ΑΠΕ. Όταν τα ως άνω συνδυάζονται με τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, συντίθεται μια πολύπλοκη εξίσωση, η οποία εντούτοις δεν μπορεί να επιλύεται παρά μόνο μέσα σε πλαίσιο ευνομίας, προβλεψιμότητας και διαφάνειας.
Η ενέργεια απαιτεί πολυδάπανες και μακροχρόνιες επενδύσεις. Είναι επομένως αυτονόητο ότι η απουσία εγγυήσεων για τη νομική ασφάλεια και σταθερότητα, οι αυθαίρετες αποφάσεις και οι ασύμμετρες νομοθετικές προσεγγίσεις, δημιουργούν ένα επισφαλές και άρα επενδυτικά αφιλόξενο περιβάλλον. Με άλλα λόγια, η μη τήρηση βασικών δικαιοκρατικών εγγυήσεων κατά κανόνα συνεπάγεται και μείωση επενδύσεων ή ένα αίσθημα "εγκλωβισμού" του επενδυτή σε μια επενδυτική κίνηση, στην οποία δεν θα προέβαινε σε περιβάλλον δικαιοκρατικής αταξίας. Η τεχνική, γεωπολιτική και επιστημονική πολυπλοκότητα του τομέα της ενέργειας σε συνδυασμό με τις υψηλές χρηματοοικονομικές απαιτήσεις, επίτασσουν την έγκαιρη, τεχνοκρατικά ορθή και σταθερή νομοθέτηση. Το Δίκαιο διαδραματίζει όντως καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Όπως σε κάθε πτυχή της ζωής, έτσι και στην ενέργεια, πίσω από κάθε κανονιστική διάταξη, κρύβεται η προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων και η συμφιλίωση αντιτιθέμενων συμφερόντων, ενώ ενίοτε και ο δικαστής επιλύων μια ενεργειακή διαφορά οφείλει να προβεί στη σύννομη αποκατάσταση ισορροπιών που συχνά διαταράσσονται από ατελείς ή πρόχειρες νομοθετικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις.
Ο κρατικός παρεμβατισμός στον ενεργειακό τομέα μπορεί είτε να ωφελήσει είτε να υπονομεύσει την ευρωστία της ενεργειακής αγοράς. Όταν η κρατική ρύθμιση σέβεται την δικαιοκρατική αρχή, τα αποτελέσματα είναι εν γένει θετικά· προσφέρεται νομική διασφάλιση με στόχο την ανάπτυξη αλλά και την αποφυγή αδικιών αλλά και επίτασης κρίσεων. Όταν όμως η κρατική παρέμβαση είναι άτακτη, αναδρομική, αποσπασματική ή επιλεκτικώς ασύμμετρη, οι συνέπειες για την αγορά είναι σχεδόν πάντοτε αρνητικές. Σκοπίμως θεσπιζόμενα συστημικά και επιλεκτικά μέτρα, τα οποία επιβάλλουν αυθαίρετους περιορισμούς, ευνοούν ή υπονομεύουν επιλεκτικά, παραβλέποντας την ασφάλεια δικαίου, τροφοδοτούν αντιφάσεις και αδικίες και εν τέλει οδηγούν σε κρίσεις και αποθάρρυνση των επενδύσεων. Η απουσία «ισότητας ενώπιον του νόμου» οδηγεί νομοτελειακά την ενεργειακή αγορά την υπανάπτυξη ή ενδεχομένως σε συγκέντρωση της επενδυτικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας σε επιλεγμένους λίγους. Τούτο όμως, ως έχει διεθνώς επιστημονικά στοιχειοθετηθεί και επισημανθεί, συνιστά μια κοντόθωρη και μη αποτελεσματική προσέγγιση: η ενεργειακή μετάβαση δεν θα μπορέσει να λάβει χώρα δίχως μια συστηματική προσπάθεια κοινωνικής συμπεριληπτικότητας.
Στην ελληνική ενεργειακή ρυθμιστική πραγματικότητα, που οι στρεβλώσεις και οι δικαιοκρατικές εκτροπές είναι δυστυχώς συχνές, τα Δικαστήρια έχουν ήδη κληθεί να κρίνουν ζητήματα νομιμότητας νομοθετικών ρυθμίσεων και συμβατικών όρων ως προς τη συμβατότητά τους με υπερνομοθτικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του ενωσιακού δικαίου. Το περασμένο έτος είδαμε ήδη τη δικαιοδοτική αποτίμηση της νομιμότητας αρκετών συστημικών μέτρων στον τομέα της αγοράς ενέργειας. Οι διαφορές και η αναζήτηση δικαστικής επίλυσής τους βαίνουν αυξανόμενες. Εάν δεν γίνει άμεσα εξορθολογισμός της ενεργειακής ρύθμισης και δεν αντιμετωπισθούν πάγια προβλήματα και συστημικές παθογένειες, η Δικαιοσύνη αναμένεται να κληθεί να επιλύσει ζητήματα τα οποία θίγουν καίρια νομικά ζητήματα γνωστά στην ενεργειακή αγορά αλλά και τους καταναλωτές. Σχεδόν όλα τα ζητήματα τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη βιωσιμότητα και την προοπτική των ενεργειακών επενδύσεων, αγγίζουν παραμέτρους που εντοπίζονται στον πυρήνα του κράτους δικαίου. Η ισονομία, η ασφάλεια δικαίου, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και η πολυπόθητη διαφάνεια μπορεί να φαντάζουν θεωρητικά ευχολόγια και ηθικολογίες, ωστόσο έχουν ευρείες και συγκεκριμένες δεσμευτικές νομικές συνέπειες, εν τοις πράγμασι. Και κάτι που επίσης λέω συχνά: Ο Ρυθμιστής της εγχώριας ενεργειακής αγοράς, η ΡΑΑΕΥ, χρειάζεται ουσιαστική στήριξη. Παρατηρείται σήμερα ένα φαινόμενο, το οποίο, ως το αποκαλώ, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα σχήμα μιας εξ αντικειμένου "υπονόμευσης δια της αναβάθμισης". Η επαύξηση αρμοδιοτήτων και πεδίων ρυθμιστικής ευθύνης χωρίς σύστοιχη στελεχιακή και οικονομική στήριξη συνιστά ένα δομικό παράδοξο που νομοτελειακά οδηγεί σε αδιέξοδα και μείωση της ποιότητας της ρυθμιστικής παρέμβασης και ανεξαρτησίας της Αρχής.
Συνοψίζοντας, η ενεργειακή ρύθμιση αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για τη βιώσιμη μετάβαση σ' ένα μέλλον χαμηλών εκπομπών άνθρακα, όπου η ενεργειακή ασφάλεια, η κοινωνική συμπεριληπτικότητα και το Κράτος Δικαίου καλούνται να συνυπάρχουν αρμονικά. Ο τομέας της ενέργειας απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, επενδύσεις αλλά και κοινωνική αποδοχή των υιοθετούμενων λύσεων. Η ορθή νομοθέτηση, η διαφάνεια και η συμμόρφωση με τις αρχές του κράτους δικαίου δεν συνιστούν απλώς θεωρητικές απαιτήσεις, αλλά ουσιώδεις προϋποθέσεις για την ευημερία της αγοράς και των καταναλωτών. Η εξεύρεση λύσεων που θα διασφαλίζουν ότι η ενεργειακή μετάβαση θα γίνει με κοινωνικά δίκαιο, βιώσιμο και αποτελεσματικό τρόπο είναι επομένως απαραίτητη. Μόνο μέσα από αυτή τη συγκροτημένη προσέγγιση μπορούμε να προσδοκούμε μια ενεργειακή αγορά που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ενώ παράλληλα θα ενισχύει την επενδυτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.
Ο Καθηγητής κ. Αντώνης Μεταξάς είναι Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2024, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2025