Οι 5 παράγοντες που καθορίζουν τις τιμές των «πράσινων» PPAs – Πού κινούνται οι διμερείς συμβάσεις στις κύριες ευρωπαϊκές αγορές 

Οι 5 παράγοντες που καθορίζουν τις τιμές των «πράσινων» PPAs – Πού κινούνται οι διμερείς συμβάσεις στις κύριες ευρωπαϊκές αγορές 

Οι 5 παράγοντες που καθορίζουν τις τιμές των «πράσινων» PPAs – Πού κινούνται οι διμερείς συμβάσεις στις κύριες ευρωπαϊκές αγορές 

Η τιμή των «πράσινων» PPAs αποτελεί συνιστώσα μίας συνολικής εξίσωσης που αφορά κάθε επιμέρους αγορά και η οποία περιλαμβάνει πέντε παραμέτρους, όπως σημειώνουν στελέχη του κλάδου ΑΠΕ. Πρώτη παράμετρος είναι το μέγεθος του χαρτοφυλακίου υποψήφιων ανανεώσιμων έργων, το οποίο με τη σειρά του εξαρτάται από τις διαθέσιμες άδειες για νέα φωτοβολταϊκά και αιολικά, καθώς και τον ελεύθερο ηλεκτρικό «χώρο» ώστε αυτά τα έργα να αποκτήσουν πρόσβαση στο δίκτυο. 

Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η Βρετανία, η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά περιορισμένες άδειες για νέα έργα. Ως συνέπεια, πρόκειται για μία supply market, με τις τιμές των 10ετών PPAs να διαμορφώνονται στα επίπεδα των 75 λιρών ανά Μεγαβατώρα. 

Δεύτερος παράγοντας είναι το κατά πόσο μία χώρα έχει θεσπίσει σχήμα κρατικής στήριξης μέσω δημοπρασιών για CfDs (συμβόλαια επί της διαφοράς), με βάση τις πρόσφατες αποφάσεις της Κομισιόν για τις μεταρρυθμίσεις των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Αν σε μία αγορά εφαρμόζεται η «φόρμουλα» των CfDs με κρατική στήριξη, τότε όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη δημοπρατούμενη ισχύς, τόσο υψηλότερη αναμένεται να είναι και η τιμή στην οποία «κλειδώνουν» οι διμερείς συμβάσεις. 

Τέτοιες περιπτώσεις είναι η Γερμανία, η Ιταλία και η Βρετανία, που έχουν προχωρήσει σε ανάλογα «γενναία» κρατικά σχήματα. Έτσι, στις δύο πρώτες χώρες οι τιμές των 10ετών «πράσινων» PPAs κινούνται στα επίπεδα των 72 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Η ύπαρξη διαγωνιστικού σχήματος αλλάζει δραστικά το προφίλ μίας χώρας, καθώς η προοπτική διασφάλισης ενός κρατικά εγγυημένου επίπεδου αποζημίωσης εσόδου δημιουργεί πιο θετικές για τους παραγωγούς συνθήκες υλοποίησης των έργων τους (χάρις στη μείωση του χρηματοοικονομικού ρίσκου και κατά συνέπεια του κεφαλαιουχικού κόστους) και επομένως αποτελεί προτιμητέα λύση. 

Δύο ακόμη σημαντικές παράμετροι της εξίσωσης είναι η τιμή του φυσικού αερίου (TTF), καθώς και η «θέση» του αερίου στο ενεργειακό μίγμα, δηλαδή το κατά πόσο αποτελεί price setter ή όχι. Η τιμή του αερίου επηρεάζει το χονδρεμπορικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, τις εναλλακτικές λύσεις που έχει ένας off-taker για να καλύψει τις ανάγκες του σε ρεύμα. 

Βέβαια, αυτό ισχύει στην περίπτωση που το αέριο δεν έχει περιορισμένο ρόλο στο ηλεκτροπαραγωγικό μίγμα. Επομένως, είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση η Γαλλία, όπου κυριαρχούν τα πυρηνικά, από την Ιταλία όπου το αέριο έχει μεγάλο μερίδιο. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως ο off-taker θα επιλέξει τη λιγότερο κοστοβόρα λύση και όχι την πιο «φιλική» για το περιβάλλον. 

Άλλη παράμετρος είναι η διείσδυση της αποθήκευσης στο μίγμα, η οποία «περνά» από την ύπαρξη αντίστοιχου πλαισίου. Όπως είναι φυσικό, η επαρκής ανάπτυξη της αποθήκευσης επιτρέπει την εξυπηρέτηση των «πράσινων» PPAs, αποτελώντας «σύμμαχο» των διμερών συμβάσεων. 

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, που δεν υπάρχει κρατικό σχήμα CfDs και πλαίσιο αποθήκευσης, ενώ είναι έντονος ο κανιβαλισμός των φωτοβολταϊκών, η τιμή των 10ετών «πράσινων» PPAs κινείται στα 34 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Στην Ελλάδα, οι τιμές διαμορφώνονται ελαφρώς κάτω από τα 50 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, με τη χώρα μας να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού «χώρου», τη στιγμή που επίσης απουσιάζει ένα καθορισμένο πλαίσιο για την αποθήκευση. 

Όπως επισημαίνουν οι παράγοντες του κλάδου, η λύση των PPAs δεν έχει ωριμάσει στην Ελλάδα όσο θα έπρεπε. Κάτι που θα συμβεί αν λυθούν τα επιμέρους εμπόδια τα οποία αφορούν τη λειτουργία της αγοράς.  

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM