Τρείς αναλύσεις για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού
Διαμετρικά αντίθετες απόψεις για το πως μπορεί να ανοίξει η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, και για το αν η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αποτελεί μονόδρομο, καταθέτουν οι ειδικοί στο "energypress". Κάποιοι, σαν τον πρώην πρόεδρο της ΡΑΕ Παντελή Κάπρο, θεωρούν ότι υπάρχουν κι άλλες λύσεις, όπως η άρση των χρόνιων στρεβλώσεων στη χονδρική και τη λιανική που διατηρούνται επί χρόνια υπέρ κρατικο-μονοπωλιακών συμφερόντων, και πως αν μελετηθούν οργανωμένα μπορούν να επιτρέψουν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Αλλοι ωστόσο, όπως ο αντιπρόεδρος του Ινστιτόυτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ) Κωσταντίνος Σταμπολής, εκτιμούν ότι ο μόνος τρόπος να έχουν πρόσβαση οι ιδιώτες στην φθηνή λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή της ΔΕΗ, είναι η πώληση μονάδων της επιχείρησης και πως όλα τα άλλα σενάρια που ακούγονται είναι ημίμετρα. Στην ουσία λένε, προσφέρεται μια σημαντική ευκαιρία στη ΔΕΗ να εκσυγχρονίσει την υποδομή της, όπως άλλες ευρωπαικές εταιρείες που πέρασαν από παρόμοια διαδικασία. Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος με τις παραπάνω απόψεις κινείται ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ Νίκος Φωτόπουλος. Διαφωνεί κάθετα με όσους υποστηρίζουν ότι η αγορά δεν έχει ανοίξει, και προκαλεί όσους ιδιώτες διαμαρτύρονται πως η ΔΕΗ έχει προνομιακή πρόσβαση στα κοιτάσματα λιγνίτη, εφόσον θέλουν να επενδύσουν, να το κάνουν, διεκδικώντας τα ανεκμετάλλευτα λιγνιτικά κοιτάσματα της Δυτικής Μακεδονίας.
"Να μην χαθεί και αυτή η ευκαιρία για τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας"
του Παντελή Κάπρου
Η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ξεκίνησε το 1996 στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το 1999 στην Ελλάδα. Δέκα χρόνια μετά την ίδρυση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας της Ελλάδας, η εξέλιξη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Καθώς δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί ανταγωνισμός με υγιή τρόπο ήταν αναπόφευκτο να τεθεί, αργά ή γρήγορα, ζήτημα βίαιης προσαρμογής στους Κοινοτικούς κανόνες για την ενιαία, εσωτερική αγορά ενέργειας. Η χώρα καλείται πλέον να επιλύσει χρονίζοντα και δισεπίλυτα προβλήματα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τόσο στον τομέα της ενέργειας όσο και σε άλλους τομείς. Όπως αναμενόταν, η πολιτική του να «ξορκίσουμε το κακό» έφθασε στο τέλος της. Είχαμε προειδοποιήσει σχετικά με την αδιέξοδη αυτή πορεία ήδη από το 2001-2002 (Αρχές Τιμολογιακής Πολιτικής, ΡΑΕ 2001, Πρόταση σχεδίου νόμου για την αγορά ενέργειας, ΡΑΕ 2002, και άλλες προτάσεις).
Κατά τη δεκαετία της «απελευθέρωσης» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όλες οι κυβερνήσεις αρνήθηκαν να θεωρήσουν την απελευθέρωση ως ευκαιρία εκσυγχρονισμού του κλάδου και των δημοσίων επιχειρήσεων, αλλά την αντιμετώπισαν αμυντικά, ως «αναγκαίο κακό» λόγω της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πολιτικό κόστος από τυχόν δυσαρέσκεια του συνδικάτου κυριάρχησε στην πολιτική ατζέντα, αδιαφορώντας για θέματα αποτελεσματικότητας, κόστους και επενδύσεων.
Δύο μόνο εκσυγχρονιστικές κινήσεις έγιναν στο διάστημα αυτό: η μετοχοποίηση της ΔΕΗ το 2001-2002 και ο νόμος 3175/2003 με τον οποίο καθιερώθηκε η Ημερήσια Χονδρεμπορική Αγορά Ενέργειας. Με κίνητρο την αγορά αυτή πραγματοποιήθηκαν σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις στην ηλεκτροπαραγωγή (μονάδες φυσικού αερίου άνω των 2000 MW). Ωστόσο, η ΔΕΗ, παρά την βελτίωση της παραγωγικότητάς της, δεν κατάφερε να αντικαταστήσει μέχρι σήμερα παλαιές μονάδες με νέες, όπως προέβλεπε ο νόμος του 2003.
Κατά την πενταετία 2004-2009 εφαρμόσθηκε ο νόμος του 2003 χωρίς ωστόσο σημαντικές νέες πρωτοβουλίες, αλλά και με πολλές στρεβλώσεις και λάθη. Η λογική του πολιτικού κόστους συνεχίσθηκε και σχετικά με τη ρύθμιση των τιμολογίων της ΔΕΗ με αποτέλεσμα να εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να υφίστανται ανεπίτρεπτες στρεβλώσεις στις τιμές ιδίως μεταξύ κατηγοριών καταναλωτών. Το κράτος ανέχθηκε τη χειραγώγηση της Χονδρεμπορικής Ημερήσιας Αγοράς και τις στρεβλώσεις της Λιανικής Αγοράς. Μάλιστα, αντί να ενισχύσει τον μερικώς ανεξάρτητο διαχειριστή ΔΕΣΜΗΕ, συζητάει αρκετό καιρό τώρα να τον επαναφέρει εντός της ΔΕΗ μέσω θυγατρικής εταιρείας.
Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εκάστοτε Κυβερνήσεις ενεργούσαν νομίζοντας ότι μπορούμε (υπέρ κακώς εννοούμενων κρατικο-μονοπωλιακών συμφερόντων) να διαφεύγουμε με ημίμετρα και απαντητικές επιστολές. Έτσι τα πράγματα έφθασαν στο απροχώρητο, πράγμα που αποτελούσε κοινή διαπίστωση ακόμη και πριν την πρόσφατη δραματική παρέμβαση της Τρόικας.
Το σημείωμα αυτό είναι πολύ σύντομο για να προτείνει λύσεις για το μέλλον. Αυτές υπάρχουν και πρέπει να μελετηθούν οργανωμένα ώστε όχι μόνο να επιτρέψουν την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού αλλά και να διασφαλίσουν τη μετάβαση προς ένα σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας με λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και σημαντικό μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Όμως το πιο σημαντικό είναι να πεισθούμε και εμείς αλλά και οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι έχουμε πράγματι πρόθεση να δούμε την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με θετικό – δημιουργικό τρόπο, ως ευκαιρία για εκσυγχρονισμό του κλάδου, βελτίωση της αποτελεσματικότητας, αύξηση της επιχειρηματικότητας και επενδύσεις που εξυπηρετούν τις νέες προκλήσεις που τίθενται. Μόνο έτσι θα προχωρήσουμε μπροστά προς όφελος των καταναλωτών και της ελληνικής οικονομίας.
* Ο κ. Κάπρος είναι καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ, πρώην πρόεδρος της ΡΑΕ
Τέλος στην Κρατική Παρέμβαση στην Αγορά Ηλεκτρισμού
του Κ. Ν. Σταμπολή*
Όπως και στους άλλους τομείς της Ελληνικής οικονομίας έτσι και στην αγορά ηλεκτρισμού αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που επιβάλλονται από το Κοινοτικό δίκαιο, που δεν έγιναν τα τελευταία 12 χρόνια πρέπει να γίνουν μέσα σε λίγους μήνες. Στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας το ζητούμενο είναι η δημιουργία ουσιαστικού ανταγωνισμού με την συμμετοχή σε αυτή και άλλων παικτών πέραν της ΔΕΗ.
Τα τελευταία πέντε χρόνια εμφανίστηκαν σταδιακά νέοι παίκτες, μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, γνωστοί ως Ανεξάρτητοι Παραγωγοί Ηλεκτρικής Ενέργειας (IPP) οι οποίοι ανέλαβαν το επιχειρηματικό ρίσκο και επένδυσαν, κατασκευάζοντας νέες θερμοηλεκτρικές μονάδες με φυσικό αέριο έτσι ώστε σήμερα μεταξύ τους να ελέγχουν 6 μονάδες συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 2.200 MW ενώ μέχρι τα τέλη του 2011 το νούμερο αυτό πιθανό να έχει φθάσει τα 3.000 MW.
Η πρόσβαση των Ανεξάρτητων Παραγωγών Ηλεκτρισμού στην ημερήσια χονδρεμπορική αγορά που λειτουργεί ο Διαχειριστής του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) - πού αποτελεί ουσιαστικά παρακλάδι της ΔΕΗ - ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από την ΔΕΗ η οποία εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες του Κώδικα Λειτουργίας του Συστήματος χειραγωγεί συστηματικά την αγορά εμποδίζοντας την πρόσβαση σε αυτήν τόσο των παραγωγών όσο και των προμηθευτών – εισαγωγέων. Επιπλέον, οι παραγωγοί χρησιμοποιούν αποκλειστικά ως καύσιμο το φυσικό αέριο, το οποίο θεωρείται ακριβό, μη έχοντας πρόσβαση στον «φθηνό» λιγνίτη που εκμεταλλεύεται αποκλειστικά η ΔΕΗ. Η δε προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης για την αξιοποίηση νέων κοιτασμάτων λιγνίτη (π.χ. κοίτασμα Βεύης) από τους Ανεξάρτητους Παραγωγούς με παράλληλη κατασκευή από αυτούς σύγχρονη λιγνιτική θερμοηλεκτρική μονάδας τορπιλίστηκαν από την ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα παρά το γεγονός ότι οι Ανεξάρτητοι Παραγωγοί ελέγχουν το 18% της συνολικής εγκατεστημένης ηλεκτρικής ισχύος της χώρας παράγουν κάτι λιγότερο από το 5% της ηλεκτρικής ενέργειας. Για αυτό και η Κομισιόν επιμένει ότι ο μόνος σίγουρος και αποτελεσματικός τρόπος για την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού είναι η δυνατότητα πρόσβασης των ανεξάρτητων παραγωγών σε ένα μέρος της λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής κάτι που μπορεί να επιτευχθεί σχετικά γρήγορα με την πώληση αντιστοίχων παγίων της ΔΕΗ.
Οι δε αντιπροτάσεις της κυβέρνησης περί πώλησης ισοδύναμης (δηλ. 40%) εικονικής λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής ισχύος στους IPP με ετήσιους διαγωνισμούς δεν πείθει την Κομισιόν γιατί πιστεύει, όχι αβάσιμα, ότι όσο θα εξακολουθεί να ελέγχεται ο ΔΕΣΜΗΕ από την ΔΕΗ – η ημερήσια αγορά θα χειραγωγείται. Γι’ αυτό και το άλλο βασικό αίτημα της Κομισιόν, και υποχρέωση βάσει των Κοινοτικών Οδηγιών και του 3ου Ενεργειακού πακέτου, είναι όπως υπάρξει ο πλήρης ιδιοκτησιακός διαχωρισμός του δικτύου από την ΔΕΗ.
Μία ρεαλιστική λύση για την άμεση επίτευξη υγιούς περιβάλλοντος ανταγωνισμού θα ήτο η μερική πώληση παγίων της ΔΕΗ (π.χ. 20% ισχύος) με παράλληλη πώληση εικονικής ισχύος (υπόλοιπο 20%) για περιορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. 3 χρόνια) όσος καιρός θα χρειασθεί για την κατασκευή μιας μεγάλης λιγνιτικής μονάδας από τους Ανεξάρτητους Παραγωγούς.
Τέλος, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι με την πώληση κάποιων μονάδων της ΔΕΗ δεν ιδιωτικοποιείται η Επιχείρηση αφού δεν αλλάζει η μετοχική της σύνθεση. Τα δε έσοδα από την πώληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την ΔΕΗ για την μείωση του υπέρογκου δανεισμού της (πάνω από 4 δισ. ευρώ και με τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της καλυμμένες από τον κρατικό προϋπολογισμό) και για την υλοποίηση του επενδυτικού της προγράμματος. Ουσιαστικά προσφέρεται μία άριστη ευκαιρία στην ΔΕΗ να εκσυγχρονίσει την υποδομή της αλλά και να ανοιχθεί σε νέες αγορές (π.χ. Δύση, Βαλκάνια) ακολουθώντας το παράδειγμα την άλλων μεγάλων, ηλεκτρικών εταιρειών της Ευρώπης που πέρασαν από παρόμοια διαδικασία (π.χ. ENEL, EDF, RWE, κ.λπ.).
Ο κ. Σταμπολής είναι αντιπρόεδρος και Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ).
"Οσοι ιδιώτες θέλουν να επενδύσουν, ας διεκδικήσουν τα ανεκμετάλλευτα λιγνιτικά κοιτάσματα"
του Νίκου Φωτόπουλου*
Για όσους παρακολουθούν τα πράγματα από κοντά ξέρουν πως η αγορά έχει ανοίξει. Πιο συγκεκριμένα:
Α) Στην χονδρική, υπάρχουν ήδη τρείς ιδιωτικές μονάδες με καύσιμο Φ.Α. και μέσα στο 2010 προσθέτονται άλλες δύο συν δύο ακόμα το 2011. Επιπροσθέτως έχουν χορηγηθεί μια σειρά ακόμα άδειες, για κατασκευή εργοστασίων παραγωγής με φυσικό αέριο και αναμένεται η έναρξη κατασκευής τους, Όσο δε για το χώρο των ΑΠΕ εκεί και αν έχει ανοίξει η αγορά αφού οι ιδιωτές κατέχουν το 95% της εγκατεστημένης ισχύος! Τα σχόλια περιττεύουν.
Β) Στη Λιανική, επίσης η αγορά έχει ανοίξει με τον πιο προκλητικό και στρεβλό τρόπο, σε βάρος της Δημόσιας Επιχείρησης οπού εκεί, μια σειρά αεριτζήδες στη κυριολεξία χωρίς καμία απολύτως επένδυση, χωρίς τη δημιουργία θέσεων εργασίας, κάνουν κανονικές αρπαχτές, αποσπώντας τα ελάχιστα κερδοφόρα τιμολόγια της ΔΕΗ χωρίς αυτή να μπορεί να αντιδράσει, μιας και τα τιμολόγια είναι ρυθμιζόμενα. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα επιστρέφεται σε όλους αυτούς που προσποιούνται ότι δεν άνοιξε η αγορά ως εξής: Τι εννοείτε κύριοι ότι δεν άνοιξε η αγορά; Μήπως ότι, δεν σας αρκούν τα κέρδη που αποκομίζεται και επιδιώκετε να διαλύσετε τη ΔΕΗ ώστε ασύδοτοι να λυμαίνεστε του καταναλωτές; Και για όσους πιθανόν να θεωρήσουν το ερώτημα ως «αμυντικό», επειδή ως συνδικάτο ιδεολογικά είμαστε αντίθετοι με την απελευθέρωση της αγοράς, προσθέτω ότι διατηρώντας τις θέσης μας, ταυτοχρόνως δεν αρνούμαστε την πραγματικότητα που σημαίνει: Θέλετε κύριοι ιδιώτες να μπείτε στην αγορά; Μπείτε. Θέλετε να επενδύσετε; Επενδύστε. Επένδυση όμως σημαίνει ρίσκο. Επένδυση σημαίνει μακροχρόνια σχέδια απόδοσης και όχι απαίτηση εδώ και τώρα να εισπράττω και μάλιστα χωρίς κανένα ρίσκο. Η απαίτηση για πώληση Λιγνιτικών και Υδροηλεκτρικών εργοστασίων της ΔΕΗ, ενώ ήδη κάποιοι έχουν πάρει άδειες για την κατασκευή μεγάλων Υδροηλεκτρικών και ενώ γνωρίζουν ότι μπορούν να μπουν στα Δημόσια Λιγνιτικά κοιτάσματα που δεν έχουν παραχωρηθεί στη ΔΕΗ, τι άλλο μπορεί να κρύβει από το ότι δεν θέλουν να αναλάβουν κανένα απολύτως ρίσκο και ότι απαιτούν εδώ και τώρα, (χωρίς καθυστέρηση) να κερδίσουν αυξάνοντας την τιμή της KWh; Όσοι λοιπόν διαμαρτύρονται ότι η ΔΕΗ έχει προνομιακή πρόσβαση στους Λιγνίτες, ας απαιτήσουν, ας επιδιώξουν, να μπουν στα κοιτάσματα που δεν έχουν παραχωρηθεί και όχι να απαιτούν να διαλύσουν την Επιχείρηση του Ελληνικού λαού! Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό! Ο ανταγωνισμός κύριοι έχει ρίσκα και οι επενδύσεις γίνονται για να αποδώσουν σε βάθος χρόνου. Εάν βέβαια κάποιος έχει στο βάθος του μυαλού του να κάνει αρπαχτές τότε …. ζορίζεται. Όσο δε, για το πώς θα αρθούν οι στρεβλώσεις της αγοράς είναι προκλητικό να ακούγεται από την μεριά των ιδιωτών, γιατί εδώ πάει η παροιμία «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί».
* Ο Νίκος Φωτόπουλος είναι πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ